Ανθρώπινα φυτίλια ....


Σηκώθηκε πρωί – πρώι και σήμερα! Αλλά με ιδιαίτερη βιάση ετούτη τη βολά. Σήμερα θα έπιανε ζυμάρι, να φτιάξει τα πρόσφορα, να τα φουρνίσει στον ξυλόφουρνο της αυλής, να τα ψήσει και τα απόγευμα, πριν τον εσπερινό να τα πάει στη Βαγγελίστρα και αύριο ξανά πρωί – πρωί στην εκκλησιά για τη λειτουργία, που ετοίμαζε για την ψυχή της συχωρεμένης της φίλης της.

Της Πολεμίας.

Ζέστανε νερό και το βάλε στη σκάφη και μαζί λίγο - λίγο το αλεύρι, που το παιρνε σεσουλιές με το βαθύ το πιάτο από το σακί, όπου το χε ήδη κοσκινισμένο και μετά κανά δυο μισές χουφτιές τ΄ αλάτι. Και άρχισε να μαλάσει ζύμη, με κινήσεις σταθερές, πεπειραμένες! και άλλοτε με στοργή, άλλοτε με θυμό έφερνε γύρω - γύρω τη ζύμη μες στην ξύλινη τη σκάφη πάντα με την θύμηση της καλής της φιλενάδας. Με αγάπη: για το φιλικό το πρόσωπο με τα γαλάζια μάτια, που της έρχονταν στο νού, άλλοτε γελαστό και άλλοτε πάλι λυπημένο, μα πάντα καλοσυνάτο. Και με θυμό: γιατί πώς το κανε αυτό ο Θεός και την πήρε κοντά του τη Πολεμία της, τόσο γρήγορα και άχαρα….

Και με τέτοιες  σκέψεις και διάθεση, ζύμωσε και έβαλε τα καρβέλια στην στρογγυλή πινακωτή και όταν φουσκώσανε και αφρατέψανε, καθώς το θέλανε τα ίδια και το προζύμι με το βασιλικό, τα φούρνισε για να ψηθούν.

Και όσο αυτά πέρνανε το δρόμο τους στης φωτιάς την αγκαλιά (αχ, η ζεστή φωτιά!), ετούτη μπήκε μέσα στο σπίτι και ξεκίνησε το καθημερινό της το ιεροτελεστικό. Σκούπισε, τα δυό δωμάτια του σπιτιού και συγύρισε αυτά τα εύκολα, τα πάνω – πάνω ντε! και πήρε και λιβάνισε το χώρο ένα γύρω! έβαλε κατόπι τα ρούχα της τα μαύρα στο μουσκιό με κρύο νερό, να μη κόψει το χρώμα: μπουγάδα που θα τελείωνε ταργότερα, στην ώρα τους και αυτά.

Τα μαύρα της τα ρούχα, ναι! Μόνο μαύρα φόραγε χρόνια πολλά μέχρι και σήμερα η Κυρά Αντριούλα. Για τον Θανάση της –τον άντρα της, και για το κορίτσι της που φυγε πρόωρα το ευλογημένο. Μα πώς να το κάνεις και στα πόσα να σε βοηθάει ντε και η Παναγιά?!

Γιατί τη ζωή μας την καθορίζουνε οι δικές μας αποφάσεις και ο δικός μας νους. Ποιος της είπε δηλαδή αυτηνής της Αντριούλας, μικρό κορίτσι στα 16 του τα χρόνια, να πάει να παντρευτεί το Θανάση το μεσήλικα! Πως την περίμενε να είναι δηλαδή η ζωή της, μετά?! Γυροκόμι και γιατρόπορεμα. Γιατί ναι, τον είχε τον τρόπο του ο Γερο Θανάσης, μα δεν τον επαντρεύτηκε για το κομπόδεμά του! Ούτε και για την ομορφάδα του μαθές, ή για την εμπειρία του….. Τι να πεις? Την  στράβωσε ο δαίμονας και το πε φαίνεται το «ναι» στο προξενιό!  Ε! μεγάλωσε και πιότερο στα χρόνια ο Θανάσης, τον πρόδωσε η καρδούλα του και χήρεψε στα πρώιμα τριάντα της και αυτή!

«Και τι περιμένες Αντριούλα (?)» –μονολογούσε μαλώνοντας τον εαυτό της, «γέρος σπόρος να σου δώσει γερό παιδί!?»

«Ε, για αυτό βγήκε και το Κατερινάκι μου παιδί ασθενικό, μισό… λουλουδάκι μαραμένο! Μα το λυπήθηκε αυτό ο Θεός και το πήρε γρήγορα κοντά του και το καμε γρηγοφτέρουγο αγγέλι στην Παραδεισένια του την αυλή! Μες την λύπη και η χαρά λοιπόν. Τα πάντα εν Σοφία εποίησε! Έτσι!»

Για αυτό και η κυρά Αντριούλα τον αγάπαγε τον Θεό της, και υπηρετούσε εκκλησάρισσα στο Ναό της Βαγγελίστρας. Και την έκανε αυτήν της, την διακονία με αγάπη περισσή και με φροντίδα, με σεβασμό και ευγνωμοσύνη, μιας και την αξίωσε ο Θεός και την τίμησε να τα φέρει έτσι τα πράγματα, ώστε να χει αυτή το λεύτερο και να μπαινοβγαίνει στον Οίκο Του και να φροντίζει για όλους και για όλα εκεί μέσα.

Και στο σπίτι της, μέσα στην κρεββατοκάμαρή της, τα είχε πλείστα τα εικονίσματα! Αυτά ήταν άλλωστε και η μοναδική της παρέα τώρα πια –πού φυγε και η καλή της φιλενάδα η Κυρα Πολεμία.

«Τι να πεις?! Μεγάλο το Θέλημά Του» μονολόγησε ξανά και πήρε να ξεσκονίσει τις εικόνες ένα γύρω. Ξεκίνησε από τον αγαπημένο της, τον  Άι Νικόλα. Τον αγάπαγε αυτόν ιδιαίτερα. Τον είχε σ αυτόν περισσό τον θαυμασμό της, καθώς τάβαζε ο Άγιος με θάλασσες και ωκεανούς. Καπετάνιος μέγας! Αυτόν επικαλούνταν και η ίδια στης δικής της θάλασσας τις ταραχές και τις φουρτούνες. Ήξερε αυτός από θαλασσοταραχές και πάντα τη βοηθούσε! Και ύστερα μια - μια και τις υπόλοιπες εικόνες με τις σκέψεις της ζωής της όλης, να γυρνοβολούν στο νου, άλλοτε σκόρπια και άλλοτε πάλι με σειρά. Σκέψεις όμως, συνεχώς οι σκέψεις….

Όλες τις εικόνες στο δωμάτιο μέσα, από τοίχο σε τοίχο, τις πέρασε από τα δυό της χέρια. Ασημένιες λαμπερές και μπρούτζινες! Ξύλινες σκαλιστοπλουμισμένες, γυάλινες….. Όλες! Μικρές και μεγάλες! Ώσπου κατέληγε στην πιότερο από όλες φιλημένη! Αυτήν που την είχε στο κέντρο όλων! Οι άλλες δορυφόροι γύρω της: Την Παναγιά! Ατής την καταλάβαινε από όλους πιο πολύ. Το χε μαθές και αυτή χαμένο το παιδί της. Ήταν μάνες και οι δυό και μοιράζονταν τον ίδιο πόνο, το ίδιο βάσανο την ίδια θλίψη. Πως να μην ταυτιστείς! Αυτήν την εικόνα τη γυάλινη, την πέρναγε με το οινόπνευμα! Να ρθει και να γυαλίσει. Αχ! Και πόσο το φοβόταν το μπουκάλι τούτο με το γαλαζωπό υγρό. Με τρεμάμενε χέρια, το πιανε, έριχνε υγρό στην πατσαβούρα και τάφηνε αμέσως κάτω. Τον είχε τον τρόμο της και όχι άδικα. Ήταν ετούτη η μποτίλια η χειρότερη από όλες! Της έβαζε σκέψεις στο μυαλό, άσχημες … σκέψεις κακές του σατανά γεννήματα και εικόνες: αυτήν να αλείφεται ολάκερη με του οινοπνεύματος το υγρό, να! όπως έκανε τώρα σε τούτην την εικόνα.. και μετά νάναβει σπίρτο!

«Δαίμονα και σατανά! Ύπαγε οπίσω μου!», φώναζε αυτόματα η Αντριούλα και η φωνή της στο άδειο σπίτι την συνέφερνε αμέσως και έπαιρνε και γλυκοφιλούσε το εικόνισμα και προσεύχονταν στη Μάνα όλων, να της δώσει δύναμη, να ξεπεράσει –«βόηθα και συ Άγιε Νικόλα μου!»- αυτόν τον πειρασμό!

Ούλοι οι άνθρωποι βέβαια τα χουμε τα πάθη μας, μικρά ή μεγάλα, αμαρτωλά λιγότερο ή πιότερο στη θεία κλίμακα και κανείς δεν εξαιρείται. Μα ποιος τόχε μολογημένο αυτό το πάθος της, για την φωτιά?! Πρωτάκουστο και για την ίδια και ανομολόγητο ακόμα και στου παπά τ΄αφτί! Μόνο στην Πολεμία της το είχε ειπωμένο. Και σε αυτήν μισόλογα, με τίποτε κουβέντα τελειωμένη…. Επουδενί της! Ντρεπόταν! Έφυγε όμως και αυτή, και ποιος να τη βοηθήσει τώρα….

Και άμα συνήλθε από την ταραχή της και τελείωσε το ξεσκόνισμα και το κουβεντολόι με τους αγίους όλους, πήρε και ξεκαρβέλισε και διάλεξε από τα καρβελάκια της το πρόσφορο, με το ωραίοτερό του ψήσιμο, με την καλύτερη σφραγίδα και την ευωδιά την πιο ωραία! Το άφησε να κρυώσει και έβγαλε από το συρτάρι της κομότας, το καλύτερο μεσάλι της, το πιο λευκό το δαντελοπλεγμένο! Με αυτό θα έντυνε το πρόσφορο για να το φέρει στης Βαγγελίστρας της την πόρτα……

Μα πρώτα έπρεπε νανέβει στου βουνού τη ράχη να μαζέψει λουμινάκια από τα φυτά τους, τις νεροβαμβακιές, εκεί ανάμεσα ντε, απ΄ τις γαλαξίδες και τα μανουσάκια, στην πλαγιά του Αι Ταξάρχη! Να τα καθαρίσει αύριο στο σπίτι, μετά την εκκλησία και να τα βάλει να λιαστούν, στου κήπου το τραπέζι κάτω από τον ήλιο. Να στραγγίσουν, να ξεραθούν να κάνουν για φυτίλια στων καντηλιών το λάδι, να χει η Βαγγελίστρα να φωτίζεται, να χαίρεται κλήρος και εκκλησίασμα! Αχ, και τι φλόγα δίνουν τούτα, καθαρή, γαλαζωπή και μοσχομυρισμένη! Καλύτερα και από το οινόπνευμα στο καμινέτο…

«Βόηθα Αι Νικόλα! Και πάλι με φωνάζει το οινόπλεμα ν΄ αλειφτώ! Του Εξαποδώ τα λόγια, Βαγγελίστρα, Παναγιά μου»…………..

Και  αφού σταυροκοπήθηκε, μέχρι που της πόνεσε το χέρι, ηρέμησε και σκέφτηκε πως έπρεπε μετά να περάσει και από τα μικρά της Πολεμίας.

Να δει τί κάνουν, η Λούκα κι η Τασώ, τα ορφανεμένα. Αγαπημένα πλάσματα της φιλενάδας της γεννήματα.. ήπρεπε να μάθει και στη Λούκα της, να ανοίγει φύλλο: γιατί όλα και όλα, καλή ήταν στην λάτρα της Βαγγελίστρας και στη νοικοκυροσύνη πρώτη η κυρά Αντριούλα, αλλά στο φύλλο δεν την έφθανε κανείς! Έπιανε αυτήν το πλάστη και ξεχνιόταν και άνοιγε το φύλλο όμορφα και φροντισμένα, στρογγυλό και λεπτό σαν το τσιγαρόχαρτο, νόστιμο και τραγανό, για πίτες και γλυκά…. Ένα φύλλο μονάκριβό του, που ρχονταν και ρόδιζε αργά μες του ταψιού το χείλος, σαν έμπαινε το σκεύος και αγκαλιάζουνταν με της φωτιάς τις φλόγες…..

«Ωχού μου! Αι Νικόλα μου κι οι Άγιοι Πάντες ούλοι!» έβαλε τα κλάματα και πήρε του Λυκοχωριού την ανηφόρα η κυρά Αντριούλα να μαζέψει λουμίνια, να μάθει στη Λούκα να ανοίγει φύλλο… να ξεχαστεί! Και προσεύχονταν στον Ύψιστο να της δώσει δύναμη και χρόνο! Τουλάχιστον μέχρι να τελειώσει την αυριανή τη λειτουργία για την ψυχή της φιλενάδας της, και ύστερα ότι ήθελε ας γίνει, πια δεν θα την ένοιαζε…

Χρόνο και δύναμη ήθελε μόνο, μέχρι να κάνει αυτά πουχε ταμένα…

*******

Έτσι τα τέλεψε όλα: μάζεψε λουμίνια, έμαθε στη Λούκα να ανοίγει φύλλο (αντάξια διάδοχος και με το παραπάνω της το θηλυκό ετούτο!), πήγε το πρόσφορο στην Εκκλησιά και μαζεύτηκε στο σπίτι πάλι. Και όταν ξημέρωσε ο Θεός τη επόμενή του μέρα (αξιώνοντας την Αντριούλα για ακόμη μία φορά σε δύναμη και αντοχή στου πειρασμού το κάλεσμα), έκαμε τη λειτουργία της, ως το χε φροντισμένο και πλήρωσε το τάμα της για της καλύτερής της φίλης την ψυχούλα. Και ήταν το δίχως άλλο λειτουργία όμορφη, με κόσμο πολύ συγκεντρωμένο, με τον ψάλτη τον γλυκόλλαλο και με τον παπά να διαβάζει ούλα τα λόγια –τίποτε να μην παραλείπει! Και αφού τέλειωσε το μυστήριο και έφυγε παπάς και κόσμος, έμεινε ετούτη, μονάχη της στην Βαγγελίστρα μέσα. Προσκύνησε ευλαβικά την εικόνα της Παναγιάς μας και κάθισε μπροστά της. Και με ένα νεύμα του κεφαλιού της προς τα κάτω, σαν να συμφωνούσε λες η ίδια σε αυτήν της την απόφαση, άνοιξε και το στόμα και αρχίνησε να το ξομολογείται το κρίμα της, που σε κανέναν στα τώρα δεν το είχε ειπωμένο. Ξομολογήτρα της η Παναγιά και ο Θεός να την συγχωρούσε. Και αφού στράγγισε ψυχή και δάκρυα, τελείωσε τα όσα είχε για να πει και σηκώθηκε και μάζεψε το χώρο. Συγύρισε, καθάρισε, τακτοποίησε, τελείωσε και βγήκε κλείνοντας και μανταλώνοντας την πόρτα! Με βηματισμό ανάλαφρο  λες, ή βιαστικό (?) κίνησε για της Παναγιούλας, της γειτόνισσας το σπίτι, να της δώσει τα κλειδιά της Βαγγελίστρας: «Άρρωστη νοιώθω σήμερα, Παναγιού μου, τα χω τα πόδια μου κομμένα, τι να πώ… ίσως αύριο να μην μπορώ να ανοίξω την Εκκλησία! Φρόντισε εσύ, να βρει ο κόσμος ανοιχτή την πόρτα! Ναι?» συμφώνησε και η γειτόνισσα, άλλη επιλογή δεν είχε και χέρεψε τα κλειδιά της Βαγγελίστρας, συμφωνώντας χωρίς να το γνωρίζει, σε αυτήν την άτυπη διαδοχή στα σκήπτρα της Εκκλησάρισσας…..

Έφθασε στο σπίτι της, ξαλαφρωμένη η Αντριούλα και καθάρισε όλα τα λουμινάκια, από τα χθές τα μαζεμένα. Και τα άπλωσε στο τραπέζι πάνω, να ρθουν να στραγγίσουν, να ξεραθούν, να γίνουν φυτίλια για τα καντήλια. Και κάθισε και αυτή στον ήλιο, να στεγνώσει από τον ιδρώτα….. αλλά και από το φόβο για το απονενοημένο της, που το χε σχεδιασμένο, να πάρει θάρρος μαζί με ήλιο…. Και ύστερα αλείφτηκε με το οινόπλεμα και άναψε το σπίρτο.

Μόνο έτσι σταμάτησαν οι φωνές του κεφαλιού της μέσα!

 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ [παντρολογήματα μέρος 2ο]

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

ΠΟΛΥΜΝΙΑ