ΓΕΓΟΝΟΣ, ΣΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ....


Έξαινε το αρνίσιο το μαλλί και μετά το βαζε στη ρόκα πάνω, με ορμή και  δύναμη, και ενώ άλλες φορές η κίνηση ετούτη το χε το χορογραφημένο της, που όσο την κοιτούσες σε υπνώτιζε και σε παράσερνε λες, σε ρυθμό από νανούρισμα σε μάνας κόρφο, ετούτη τη βολά έβγαζε άλλο χρώμα και άλλο ύφος. Φαινόταν να χε θυμό και άγχος. Ένα μαύρο συναίσθημα ολάκερα αρνητικό και ζορισμένο, που το σιγοντάριζε η ασταμάτητη μουρμούρα από το στόμα της Άννας. Αν κάποιος την έβλεπε έτσι καθισμένη πουτανε στην παραστάδα της πόρτας, στα έμπα της αυλής της, θάλεγε πως τούτο το θηλυκό το χει το στανιό του και το δίχως άλλο θάφευγε αμίλητος δίχως να την καλησπερίσει, από φόβο για παρεξήγηση …. Για να μην την βουκεντρίσει….

Είχε το δίκιο της η Άννα για τούτον για όλο τούτο το κακό αυτό το το απόγευμα. Ο Παναγιώτης της τελευταία τοχε περίεργο το φερσιμό του! Αυτός ο καλοκάγαθος και καλοσυνάτος άντρας, που τοσο την αγάπαγε και φρόντιζε, τις τελευταίες μέρες τον είχε αλλού το νού του. Έδειχνε λες το φέρσιμο του, άντρα αφηρημένο, χαμένο σε σκέψεις μακρινές. Περιφερόταν άσκοπα στην αγορά της πόλης. Ξύπναγε και έφευγε τα πρωινά, επέστρεφε το μεσημέρι και παραδίδονταν σε ύπνο βαθύ και κουρασμένο. Σηκωνόταν ξανά το απόγευμα και έφευγε για να γυρίσει ξημερώματα. Και όχι πιωμένος , ως ήταν το φυσικό του αλλά κουρασμένος.

 Όχι! δεν ήταν η στεναχώρια του, που χε κλείσει το νταμάρι που δούλευε στα τώρα. Τον ήξερε τον άντρα της η Άννα, ποτέ της δεν σταναχωριούνταν για την αναδουλειά. Όχι βέβαια! Γιατί μαθές αυτός ήταν άντρας δουλευταράς και νοικοκύρης και κάθε φορά που ξέμενε, έβρισκε ξανά δουλειά και όλα μπαίναν σε τάξη πάλι!

Κάτι άλλο βασάνιζε τον άντρα της, και όσο πέρναγαν οι μέρες δύσκολες στην σιωπή του βασιλέα της, και όσο αυτός δεν άλλαζε το φέρσιμο του, τόσο οι προσευχές αυτηνής στην Βαγγελίστρα περίσσευαν σε όγκο, σε ζήλο και σε παρακάλια! μήπως φωτίσει η Παναγιά τον άντρα της και ξομολογηθεί το πρόβλημά του, σε αυτήν στην γυναίκα και συντρόφισσά του. Και ήταν και το δύσκολο της ώρας τούτης που πεφτε σιγά σιγά το φώς, και όλα έπαιρναν να μελαγχολούν στον καλοκαιρινό ουρανό, και ψυχοπλακόνονταν στα πιότερα η Άννα και μια και δυό την πήρε την απόφασή της: Το βράδυ τούτο θα τον περίμενε, και θα τον πίεζε πιότερο να δώσει εξηγήσεις. Και αν αυτός δεν έλεγε το μυστικό του, θα φευγε αυτή μια και καλή. Θα γύρναγε στη μάνα της, στην κυρά Ξούλα και ό,τι ήταν να γίνει θα γίνουνταν, όπως και να χε. Καλύτερα να την παντρεύανε μετά για χήρα. Ευκολότερη θα ήταν η ζήση της, από αυτό το βάσανο που πέρναγε τώρα. Αφορισμένη φάρα των αρσενικών!

Και με τις σκέψεις τούτες έπεσε και το σκοτάδι και άφησε τη ρόκα –μιας και φώς πια δεν είχε να δώσει ο Θεός στον κόσμο και μαζεύτηκε μέσα στο σπίτι και έπιασε από νεύρα αλλά και για να περάσει η ώρα, να κάνει τη δεύτερη λάτρα της ημέρας μέχρι να ρθει ο προκομένος της.

Και γύρισε του λόγου του, στου σπιτιού του την άγκαλη, λίγο πριν τα ξημερώματα, με την ίδια την εικόνα άντρα, που χε μέρες τώρα, κουρασμένος –σέρνοντας τα πόδια, αξύριστος και με μάτια απλανή.

Τον κάθισε κάτω η Άννουλα με το ζόρι και έβαλε τις φωνές: Τι φέρσιμο είναι αυτό? Εκείνη δεν την σκέφτεται καθόλου? Γιατί πια δεν της μιλά? Γιατί δεν την κοιμάται? Που πάει ξεκούραστος και επιστρέφει κουρασμένος? Και καλά αυτή καθόλου δεν της δίνει μία στον παρρά, την καινούρια γειτονιά καθόλου δεν την κρένει?  Τι θα πει ο κόσμος?

Και έτσι έδινε και έπαιρνε ο γυναικείος λόγος, από της δυσθεώρατης της Άννας τα πνευμόνια. Μα του κάκου! αυτός ατάραχος, καθισμένος στο ντιβάνι με τα υφαντά της τα μοσχομυριστά σεντόνια, να κοιτάει το τοίχο…

Απόκανε και το θηλυκό και απελπίστηκε από αυτήν την απόκοτη του αντρός του, στάση και τόκλεισε το στόμα. Σώριασε το κορμί της δίπλα του, απελπισμένη που ως το χε αποφασισμένο θάπερνε τελικό της επιστροφής το δρόμο, για το σπίτι της κυρά Ξούλας.

Σα τελευταία προσπάθεια σήκωσε το μπράτσο της και τόφερε στου Παναγή τις πλάτες! Σα σε φιλικό αγκάλιασμα και σα σε νοιάξιμο στοργικό του μίλησε:

«Πες μου Παναγή μου, τι συμβαίνει? Ποιο είναι το πρόβλημα? Εγώ θα σε ακούσω, το Αννιώ σου! Το κοριτσάκι σου! Έτσι δε με λες μαθές σα σε πιάνουν οι γλύκες και τα σορόπια? Μαζί θε να τα βρούμε όλα. Έλα άντρα μου, άνοιξε το στόμα σου, όχι να με φιλήσεις, μα να μου πεις…».

Έβαλε τα κλάμματα ο Παναγής και έγειρε στην αγκαλιά της Άννας. Και ήταν κλάμμα αυτό σιωπηρό και με λυγμό και έτρεχε το δάκρυ του ποτάμι. Από την μια ντρεπόταν η ατρόμητη, για το φέρσιμο του αντρός της και από την άλλη τον ελυπούνταν. Τι να παθε το αρσενικό της και το πήραν τα ζουμιά?!  (Συφοριασμένο γένος αντρικό!!)

Τον πήρε και αυτήν -σαν να ταν η ρόκα στα δυό της χέρια, και τον κούνησε και του σιγανοτραγούδησε σα να ύφαινε στον αργαλειό κεντίδια και έτσι τον βρήκε αυτόν ο ύπνος, εκεί στην αγκαλιά της γυναικός του. Μα πριν κλείσει τα μάτια και παραδοθεί έτσι όπως ήταν αποκαμωμένος, της ψιθύρησε: Το πρωί Αννιώ, στο φώς της μέρας και κάτω από του Θεού το βλέμμα λέγουνται αυτά τα πράγματα, το πρωινό όλα θα στα πώ….

Κοιμήθηκαν αγκαλιά οι δυό τους και σαν ξύπνησαν αργά το μεσημέρι, έφτιαξε η Άννα το καφέ στο καμινέτο, φροντισμένο και βαρύ, και έβαλε στα δίπλα του γλυκό, του κουταλιού καρύδι φτιαγμένο από τα δικά της χέρια, να φάει ο άντρας της να γλυκαθεί –έβαλε και για την ίδια διπλή μερίδα, να αντέξει η ψυχή της τα όσα είχε να της πεί!

Και κάθισαν τα δυό τους, κάτω από της κερασιάς τους την σκιά και άνοιξε λαρύγγι ο Παναγής και ξομολόγησε τα όσα είχε παθημένα:

Νύχτα γλυκιά δυο βδομάδες πριν –περασμένα τα χε τα μεσάνυχτα ο Θεός,  επέστρεφε ατός στο σπίτι, πιωμένος λίγο δε λέω, αλλά με όλες τις αισθήσεις του σε εγρήγορση και μάλιστα βιαστικός να φτάσει σπίτι,  να πάρει την Άννα του αγκαλιά, να ξυπνήσει το πρωί να βγεί στη ρούγα για γύρεψη δουλειάς…

Και κει στην επιστροφή του πάνω, είπε να κόψει δρόμο και να περάσει από το ρέμμα, από χωρίζει τη γειτονιά στα δύο! Στη ρεματιά μέσα καθώς κατέβηκε άκουσε τραγούδια και γλυκολαλιές και απόρησε και ο ίδιος από που έρχονται τα λαλήματα ετούτα, τέτοια ώρα! Σε τέτοιο μέρος! και καθυστέρησε και έστριψε το βήμα κατά κει που φαίνονται να έρχονται τα γέλια, τα τραγούδια και όλο το πανηγύρι, Αχ! Και τις είδε Αννιώ μου! Τις είδε αυτός με τα ίδια του τα μάτια: Τις νεράιδες! Αννιώ μου! καθώς το μολογάνε οι πατεράδες μας! Ξέρεις και εσύ, ε? Γυναίκες μαζεμένες σε χορό,  παντάμορφες σε κύκλο τραγουδιού και γέλιου αυτές παραδομένες, φορώντας κάποιες μαντίλες αραχνούφαντες και άλλες με τα μαλλιά λυμένα! Και ένα γύρω και άλλα  ξούθια και πλάσματα με αυλούς και λύρες, όλα στο πανηγύρι τους δοσμένα. Και τραγουδάνε οι νεράιδες, τόσο όμορφα Αννιώ μου, τόσο γλυκόλαλα τα πλάσματα αυτά! Ακούς τα ρήματά τους όλα, χαρμόσυνα, ευτυχισμένα σαν του Μαγιού το πανηγύρι. Μα δεν καταλαβαίνεις με το νου. Είναι σε άλλη γλώσσα τούτα. Τα ακούει ωστόσο η καρδιά, Αννιώ μου τα νοιώθει  και τρελαίνεται. Και αλλάζει η διάθεση και πάει αντάμα με το τραγούδισμα και την διάθεση των ξωτικών. Γλυκαίνει η ψυχή στον χτύπο της και ακολουθεί του τραγουδιού τους το ρυθμό. Αργό για αρχή και όμορφο, σα πρωινό φιλί δοσμένο. Μα γρήγορο μετά, πρωτόγονο! Άγριο και αχόρταγο σα να σου κλέβει την ανάσα! Και δεν αντέχει το κορμί Αννιώ μου, εξαντλείται, πέφτει, τα πόδια πια δε σε κρατούν και δεν το σηκώνουν του κορμού το βάρος. Λιποθυμώ Αννιώ μου, ο δυστυχής! και σα συνέρχομαι μετά, δεν έχω νού, δεν έχω σθένος για τις επιστροφής το δρόμο. Και μαζί με αυτά δεν έχω να δώ την ώρα μέχρι να τις ξανακούσω. Πάλι και ξανά στης επόμενης νυχτιάς το ρέμμα…..

Αποσβόλωσε ο Παναγής το βλέμμα, τό σκυψε να «φιλήσει» ενοχικά της Άννας την ποδιά, έτσι όπως κάθυονταν τα δυό τους σαστισμένα, παραδομένα σε τούτη την εξομολόγηση!

Έμειναν για λίγο, έτσι σκεφτικοί! Για λίγο, όμως! Γιατί τινάχτηκε απάνω η Άννα.

«Σου μίλησε καμιά τους Παναγή?»

«Καμιά τους Άννα, πρέφα καμιά τους δε με πήρε. Αμίλητος κάθομαι και τις απολαμβάνω ούλα τα βράδια ….»

«Καλά το χεις πραγμένο άντρα μου! Άμα καμιά τους σε κοιτούσε, θα την έχανες τη μιλιά σου μια και καλή και ολοσδιόλου! Μουγκό θα σ άφηναν τα ξούθια Παναγή μου, για να μην πεις πουθενά και σε κανένα πως τις έχεις τις νεράιδες ειδωμένες! Φθηνά τη γλύτωσες άντρα μου! Και αν σε είχαν ετούτες φιλημένο, βοήθα Παναγιά, νεκρό θα σ΄ είχα τώρα Παναγή μου. Διαβόλου γεννήματα οι νεράιδες της ρεματιάς, καμάρι μου …… και όλη τη δύναμή τους μαζεύουν αυτές στο μαντήλι πάνω και αυτό είναι το μόνο τους, το αδύναμο σημείο! Σα  θες να καταστρεψεις τη νεράιδα, το μαντήλι να της κλέψεις! Μα τι σου λέω τώρα και σένα άντρα μου και βάζω ιδέες στο χαυνωμένο σου μυαλό….»

«Μπες μέσα Παναγή και όλα σε μένα άστα. Μιλιά μη βγάλεις κιχ και ό,τι σου πώ να κάμεις».

Και με τα λόγια τούτα τον έπιασε τον άντρα της η Άννα, από την αμασχάλη κάτω και τον εσήκωσε από την καρέκλα και τον έκλεισε στο σπίτι μέσα και έκλεισε τις πόρτες και αμπάρωσε παίρνοντας μαζί της το κλειδί, για να τον έχει καλά σιγουρεμένο.

Δυό μέρες και δυό νύχτες τον είχε τον έρημο κλεισμένο στο σπίτι μέσα, με την φροντίδα του μαθές, το καθάρισμά και το φαγητό του, μα! Μέσα! Κλεισμένο…

Και κατέστρωνε αυτή το σχέδιό της, τις επόμενες τις μέρες με έγνοια για το καλό του αντρός της, που τον είχαν οι νεράιδες μαγεμένο…

Και ωχ! Παναγία μου! Με όλον τον αντρικό πληθυσμό ετούτη να τά βαζε κερδισμένη θα βγαινε, το δίχως άλλο, μα με του Εξαποδώ τα γεννήματα, πώς να το κάνεις καλά το θέμα?! Και με αυτήν της την αγάπη και την έννοια πήρε στροφές το γυναικείο της μυαλό και απόφαση η ψυχή της…..

Στεργιώθηκε την τρίτη μέρα πια, αργά το απόγευμα, έξω από του Παναγή την κλειδωμένη πόρτα,  και αφού λιβάνισε το χώρο ένα γύρω, όχι μια μα τρείς φορές –και μάλιστα γερές, απίθωσε το σώμα στην καρέκλα και πήρε στα δάχτυλα την μεγάλη της τη ρόκα, αυτή που κράταγε για τις δύσκολες τις μέρες του χειμώνα, που ο καιρός την μπουντρούμιαζε στο σπίτι μέσα και ετούτη έπρεπε το κάτιτις να κάνει για να περάσει η ώρα. Έβαλε στη ρόκα της τουλούπα μαλλιού τεράστια και ασήκωτη! λες για να φτιάξει νήμα για να χει να αργαλεύει μήνες και αφού έκανε την αρχή, την παράτησε στην άκρη, εκεί να περιμένει η ρόκα άπραγη, σε μια δουλειά απλά, τυχαία αρχινημένη… και περίμενε και η ίδια καρτερικά να πέσει ακόμα λίγο το φώς, στο μακρύ αυτό απόγευμα.

Και κει στο μούχρωμα επάνω, πήρε το δρόμο η Άννα για το ρέμα και η ρόκα με την τουλούπα στο παραμάσχαλο.

Πλησίασε στο μέρος, που της είχε καλά περιγραμμένο ο Παναγής, εκεί μέσα στην καρδιά του ρουμανιού, όσο ακόμα έβλεπε καλά και στο κέντρο του τόπου τούτου, πήρε και ακούμπησε όρθια τη ρόκα, που την στήριξε με πέτρες ένα γύρω, να στέκει περήφανη και φανερή. Ύστερα η ίδια πήγε και κρύφτηκε στην άκρη, σε βαριά σκιά μέσα στις σφάκες και στα πρίνα, που τις έγδαραν άθελά τους, δέρμα και ρούχα, μα αμίλητη αυτή στον πόνο, έκατσε να περιμένει….

Και κει, στο σκότος ακούστηκε από το  βάθος το ρολόι της πόλης, να χτυπά μεσάνυχτα την ώρα, και με τη λήξη της καμπάνας στον δωδέκατό της χτύπο, αεράκι απαλό σηκώθηκε μες στο ρουμάνι, και μαζί με αυτόν και ένας ψίθυρος φερμένος από το πέρα… ψίθυρος που εντάθηκε, μεγάλωσε και άρχισε να γίνεται τραγούδι από γυναικείες φωνές και ένας χορός από πόδια ανάλαφρα. Ρυθμός έγινε η φύση όλη, που ακολούθησε και η καρδιά της Άννας. Μα αντιστάθηκε σε ετούτα τα μιάσματα και έσφιξε τα δόντια , σφράγισε τα μάτια και μαζί έκλεισε με τα χέρια τα αυτιά και όσο και αν πιάνονταν στου κορμιού της την ακινησία, παράπονο δεν έβγαλε ο λαιμός της, αλλά καρτερικά υπέμενε ετούτο το μαρτύριο, μέχρι που έδωσε ο Ύψιστος και φώτισε τη μέρα με τις πρώτες τους τις ηλιαχτίδες και κατάφερε αυτή να σηκωθεί, μουδιασμένη έτσι όπως ήταν κλειδωμένη από του κορμιού της την πολύωρη την στάση. Τα κατάφερε και έτρεξε το αίμα ξανά στα πόδια σιγά-σιγά και το περπάτησε δειλά ρο ρέμα, ως το σημείο, εκείνο που χε το αντικείμενό της αφημένο.

Η ρόκα της, ήταν ακόμα εκεί….. κομματιασμένη, σε μαύρο χάλι!

Πήρε του γυρισμού το δρόμο και σαν έφτασε στο σπίτι της το ευλογημένο, ξεκλείδωσε την πόρτα και ορμήνεψε τον άντρα της να βγει στα όξω, να πιούν τον πρωινό τους γλυκό καφέ.

-Τώρα όσο θέλεις πέρνα από το ρέμα Παναγή! Όσο και όποια ώρα να ναι!

-Τι απέγινε Αννιώ? Σταμάτησαν οι νεράιδες χορό και λάλημα!

-Χα! Το σταματήσαν Παναγή. Το σταματήσαν για να πιάσουνε τη ρόκα και μαζί με αυτή και το μάλωμα για το ποια είναι μαθές η καλύτερή τους γνέστρα…. Χα!

-Και τι συνέβη γυναίκα!?

-Με το γνέψιμο και το μάλωμα,  ξεχάστηκαν τα ξούθια Παναγή και φώτισε ο Θεός τη μέρα!

Χα! Τάσκασε το πρωινό το φώς και του Θεού το βλέμμα!

Τώρα όσο θέλεις και όπου θέλεις πάγαινε… Συφοριασμένο Γένος!







Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ [παντρολογήματα μέρος 2ο]

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

ΠΟΛΥΜΝΙΑ