Τα Χελιδόνια φέρνουν την Άνοιξη....


Έτριζε και αναπηδούσε το λεωφορείο στα τερτίπια και τις λακκούβες του επαρχιακού δρόμου. Από τη μία ανησυχούσε για τη ζωούλα, που χε μέσα στα σπλάχνα της –μη τυχόν και διαταραχθεί η κύηση, καθώς έτσι της το χαν πει οι γιατροί: η πρώτη της εγκυμοσύνη ήταν δύσκολη και σε αυτήν την δεύτερη έπρεπε να προσέχει πιότερο και για το καλό του μωρού αλλά και για δική της χάρη. Από την άλλη κάθε μέτρο που πέρναγε στο δρόμο, την έφερνε πιο κοντά στην άρρωστή της μάνα. Και από μέσα της προσευχόταν όλα καλά να πάνε.

Τόλεγε αυτό το «κύριε ελέησον» με ρυθμό νανουριστικό και σιγονταρισμένο από το θόρυβο του λεωφορείου, αυτόν τον υπνωτικό βόμβο πούβγαζε η μηχανή και το τρίξιμο απ τις ρόδες. Και έπαιρνε σιγά-σιγά αυτό το τεριρέμ  και γίνουνταν η μόνη φύση του νού, σαν το τραγούδι που σου ναι κολλημένο στη γλώσσα πάνω, από το πρωινό σου ξύπνημα και φωλιάζει εκεί όλη την ημέρα, ό,τι και αν κάνεις, ό,τι και αν λές, βρίσκεται στα υπόγεια του νού και παίζει το ρυθμό του, σαν τον δίσκο στο γραμμόφωνο της γειτόνισσας, που ακούγεται συνεχώς και από κάπου στο βάθος του μαχαλά ….. που και που μόνο σταμάταγε το μυαλό της αυτό τον επαναλαμβανόμενο ρυθμό της προσευχής και φώναζε με αγωνία στα μέσα της «Υπομονή μάνα, κράτα λίγο ακόμα έρχομαι!».

Στο τηλέφωνο της τόχε ειπωμένο ψες ο πατέρας το δύσκολο της επέμβασης. Ήξερε πως ήταν άρρωστη η μάνα, αλλά τούτο το κακό δεν το χε μαθημένο. Έκλεισε το τηλέφωνο του μπακάλη και βιαστικά κίνησε στο σπίτι, να τα πει όλα στον Γιώργη της, να ετοιμάσει τη μικρή Αναστασία και να ετοιμαστεί και η ίδια: αύριο την περίμενε δύσκολο ταξίδι, και ας ήταν σε δύσκολη γκαστριά αυτή θα πήγαινε, η μάνα της την χρειαζόταν.

Και με την προσευχή και με τις σκέψεις έφθασε ο ευλογημένος οδηγός στο Τέρμα και κατέβηκε ετούτη, με προσοχή, τα σκαλιά λεωφορείου και με την ίδια προσοχή πήρε το δρόμο για το νοσοκομείο.

Με μια ανάσα της φάνηκε πως γίναν όλα! Μπήκε και ρώτησε για την ασθενή και το δωμάτιο, εκεί στις πληροφορίες, στη νοσοκόμα με τον άσπρο κεφαλόδεσμο, την καθοδήγησε με σοβαρότητα αυτή, πώς έπρεπε να ανέβει σκάλες…. Με βάσανο και συνεχίζοντας την προσευχή, κρατώντας και με τα δυό της χέρια τη μικρή της –ακόμα, κοιλιά, μαθές  για να προστατέψει το έμβρυο, μαθές για να πάρει θάρρος από την ζωή που ερχόταν, μπήκε στο δωμάτιο: να χαιρετίσει τη ζωή που έφευγε… γιατί το είδε η Σπυριδούλα το πελιδνό στο πρόσωπο της μάνας, και στα μάτια τα γαλάζια, που χαν χαμένη πια τη λάμψη και την γνώριμη σπιρτάδα… Σηκώθηκε ο Δημητράκης και την αγκάλιασε την δεύτερή του κόρη. Την κοίταξε και κούνησε το κεφάλι με τρόπο αρνητικό και απέλπιδο, την αγκάλιασε ξανά και βγήκε όξω ….. παραιτημένος, κουρασμένος …. μόνες τις άφησε τις γυναίκες.

Της χαμογέλασε η Πολύμνια σαν την είδε!

_ Ήρθες?

_ Ήρθα, μάνα!

_ Ήρθες κόρη μου και ήρθε η Άνοιξη!

_ Τα χελιδόνια φέρνουν την Άνοιξη μάνα μου χες πεί! Θυμάσαι? Μικρή πούμουνα… μούχες πει, τα χελιδόνια φέρνουν την Άνοιξη, απ άλλες χώρες ζεστές και μακρινές, για αυτό είναι μαυρισμένες οι ράχες τους, γιατί κουβαλάνε τον ήλιο και την κάψα του στις μικρές τους πλάτες…. και γώ από τότε μάνα, κοιτάζω πάντα τον ουρανό του Μάρτη, να δώ τα χελιδόνια! Και σαν τα δώ φυτεύω γλάστρα, γιατί ήρθε η Άνοιξη! Έτσι κάναμε και μαζί μάνα, σαν ήμουνα παιδί, θυμάσαι?

Χαμογέλασε η Πολυμία, στην όμορφή της κόρη.  Αυτής της το πλάσμα το πιο όμορφο, πούμελλε τελευταία εικόνα να πάρει μαζί της, σε θώρηση στερνή!

Άπλωσε το χέρι και το ακούμπησε στην ευλογημένη κοιλιά της θυγατέρας.

_ Μάνα, αν είναι κόρη Πολύμνια θα την βγάλουμε, το αποφασίσαμε και με τον Γιώργη! Την πρώτη την είπαμε Αναστασία, της γιαγιάς το όνομα, τώρα σειρά σου είναι!

Κατένευσε η Πολυμία. Το επιδοκίμασε φαίνεται το γεγονός ετούτο και αργά, χάιδεψε τη μικρή κοιλιά, σαν σε ευλογία, και μετά μάζεψε το χέρι… και έκλεισε τα μάτια, αποκοιμήθηκε φάνηκε στην Σπυριδούλα και ανακάθισε αυτή πιο άνετα στην διπλανή καρέκλα, κάνοντας παρέα στη μάνα και έτσι πέρασε για λίγο η ώρα: με την μυρωδιά νοσοκομείου, το ρυθμό της εσωτερικής της προσευχής και έναν ακανόνιστο ρυθμό, στην ανάσα του αρρώστου!

Σκέφτηκε τον πατέρα και σηκώθηκε να πάει να τον εβρεί. Στο ανασήκωμά της πάνω, άνοιξε η Πολεμία τα μάτια.

-Τα χελιδόνια φέρνουν την Άνοιξη, Σπυριδούλα μου, ψέλλισε η Πολεμία, και εμείς στην καρδιά μας μέσα φέρνουμε  ούλα τα χελιδόνια, ούλου του κόσμου κόρη μου….

****

Άναβε και έσβηνε ο Δημητράκης, τόνα τσιγάρο μετά το άλλο και έκανε το πάνω κάτω στο προαύλιο του νοσοκομείου, έργο καταναγκαστικό θαρρείς απ της ψυχής του την αγωνία. Και εκεί στο τρίψιμο της γόπας ανάμεσα στου παπουτσιού τη σόλα και στου τσιμέντου το ανήλεο δέρμα, σήκωσε το βλέμμα και αντίκρισε την κόρη του να καταβαίνει τα σκαλιά, αργά, προσεκτικά, με τους ώμους της σκυφτούς και με τα μάτια δακρυσμένα.

Κατάλαβε.

Πλησίασε και αγκάλιασε την Σπυριδούλα. Μείναν οι δύο τους έτσι, ώρα αρκετή.

Ο Δημητράκης έσπασε ετούτον τον εναγκαλισμό.

_ Πάω να την εδώ, να την ετοιμάσουν….

_ Ναι, πατέρα….

_ Ανέβα σπίτι συ και πες να χτυπήσει καμπάνα η Βαγγελίστρα, κόρη μου. Να καταλάβουν οι γειτόνισσες. Τις είχε χαιρετίσει όλες τους, την Κυριακή, μία μία…. Τόξερε, τόχε καταλάβει το λίγο που της έμενε …., αυτές θα σε βοηθήσουν για όσα. Και μάζεψε και τις δυό μικρές μετά, αν δεν έχουν φθάσει πρώτες σπίτι…  τα σπουργίτια της… έτσι τις έλεγε  τελευταία…..




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ [παντρολογήματα μέρος 2ο]

ΠΟΛΥΜΝΙΑ

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....