ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....


 
Μπορεί να ταν μικρή αλλά το καταλάβαινε!
Το καταλάβαινε στις κρυφές και γεμάτες φόβο ματιές πούριχνε η μάνα, στον πατέρα….
Στο σπάσιμο, στο κόμπιασμα της φωνής της μάνας, κάποιες φορές, εκεί που τις κοίταγε τις δύο μικρές της κόρες και το γυάλισμα στα μάτια αμέσως μετά, που λεγες: «Να, η Πολυμία τώρα θα βάλει τα κλάματα!».
Και ήξερε η Λούκα, πώς κάτι της έκρυβαν αυτηνής, η μάνα και ο πατέρας της.
Και ας ήταν τώρα, η μεγαλύτερη θυγατέρα του σπιτιού όπως της έλεγαν λες για να της δώσουν πιότερη αξία –με τη Σμαρούλα και την Σπυριδούλα φευγάτες από το σπίτι….
Και το καταλάβαινε και από τις βραδινές εκείνες σιγανοκουβέντες των γονικών της τα βράδια…
Κάτι συνέβαινε και είχε να κάνει με την υγεία της μάνας.
Όχι, η Λούκα μπορεί νάτανε μικρή αλλά τα καταλάβαινε αυτά… τα ψυχανεμιζόταν όπως όλα άλλωστε τα ψυχανεμίζονται τα  μικρά παιδιά…  για αυτό και από μόνης της και ίσως κι αυτόματα, ασυνείδητα, πρόσεχε με την σειρά της, να μην καταλάβει κάτι η μικρότερη Τασώ.
Της μίλαγε σαν να ήταν όλα φυσιολογικά και ίδια, αλλά πιότερο τώρα την αγκάλιαζε και πιότερο τώρα την κανάκευε περισσότερο τη μικρή … ό,τι έκανε δηλαδή σε αυτήν η μάνα!
Και το καταλάβαινε η Λούκα και στα μισόλογα της Πολεμίας τις τελευταίες μέρες, αυτές τις κουβέντες που της έπιανε, όταν την ξεμονάχιαζε και έμεναν οι δυό τους και ήταν κουβέντες εκείνες ενός άλλου επιπέδου, που δεν τις άνοιγε στα τώρα η μάνα στην μικρή της Λούκα, παρά μόνο ετούτον τον καιρό τον τελευταίο και ύποπτο στα φερσίματα και τις στροφές του: για το πόσο πια μεγάλη είναι αυτή και πόσο τις πρέπουν τώρα άλλες ευθύνες. Ευθύνες μεγαλωμένου κοριτσιού, και πώς ξέρει τώρα, μεγάλο κορίτσι πούγινε, να κουμαντάρει από μόνης της νοικοκυριό, σπίτι και μαγαζί, πατέρα και αδελφή:
 «Να! Σκέψου Λουκούλα  μου. Πες δηλαδή πως τώρα εγώ φεύγω για ταξίδι μεγάλο…»
«Πόσο μεγάλο μάνα… πόσο μακριά? Μέχρι το νησί της γιαγιάς της συχωρεμένης?»
«Ναι Λουκιώ μου! Πες το και έτσι! Πες πως η γιαγιά είναι στο νησί και εγώ πάω να την εβρώ, μάνα μου είναι ντε και μένα! Πες πως θέλησα να την ειδώ και την επισκέπτουμε…. Ε, τώρα εσύ όλα μπορείς να τα καταφέρεις εδώ μόνη σου κορτσούδα μου! Και σπίτι και μαγαζί! Και να φροντίζεις και το μπαμπά και το μικρό μας, το Τασώ!»
«Μα μάνα! Η γιαγιά πέθανε δεν είναι στο νησί! Κάθε Σάββατο δεν πάμε στο κοιμητήριο και ανάβουμε καντήλι? Για να βλέπει η ψυχή το δρόμο και ναρχεται κοντά μας, μουχεις πει..»
«Όλα το ίδιο είναι αγάπη μου: και αν πέθανε και αν είναι στο νησί, η γιαγιά μας είναι εδώ! Ε? για αυτό σου λέω, όλα είναι πώς θα τα δεις! Και αν πέθανε, εγώ τη μάνα μου λέω, πως ζει ακόμα και είναι στη γη απάνου και με σκέφτεται και με προσέχει ακόμα! Ε, ταυτό να λες και εσύ και πάντα να ανάβεις το καντήλι στις ψυχές για να βλέπουν και νάρχονται το δρόμο…»
«Μα μάνα….»
«Σους τώρα! Έλα να στρώσουμε τραπέζι να φάμε ούλοι μαζί, όπως πάντα και ας λείπουν κάποιοι από τη φαμίλια μας Λουκιώ μου! Και ας λείπουν, άλλοι εδώ και άλλοι στο πέρα, ούλοι μαζί μας είναι πάντα» έλεγε η Πολεμία και έδειχνε με το δεξί χέρι την καρδιά και με το αριστερό το νουνεχείν της…
Και άλλοτε πάλι, την άρπαζε την τρίτη της την κόρη αξάφνου και την εναγκάλιζε με δύναμη και έπαιρνε πρέζες δυνατές μυρωδιάς από τα φρεσκοπλεγμένα της μαλλιά, λες και τούτη ήταν η πρώτη φορά που αγκάλιαζε παιδί… με λαχτάρα αλλά και με απόγνωση μαζί …. Και με ένταση κοίταζε τη Λούκα, μέσα στα δυό της τα μάτια! Και της χαμογέλαγε!  Λες και ήθελε αυτό της το χαμόγελο και το γαλάζιο της το βλέμμα, να μείνουν τυπωμένα στης μικρής της κόρη το νου και άλλη εικόνα ποτέ της και καμιά…
Όλα τα καταλάβαινε η Λούκα και έβαζε την πέδη της,  σε τούτες τις σκηνές απάνω, να μην την πάρουνε τα κλάματα και στεναχωρήσει πιότερο την εδική της μάνα….
Λες και ήθελε το ανήλικο με ετούτο του τον τρόπο να πάρει και αυτή στις μικρές της πλάτες λίγο από το τεράστιο και άρρητο βάρος που σήκωνε η άρρωστή της μάνα.
Λες και με αυτόν της τον τρόπο τον παιδικό και ενήλικο συνάμα, να θελε να ελαφρύνει τον πόνο πούνοιωθε η Πολεμία στα σωθικά της μέσα… για και τούτο το χε δει και το χε εννοήσει η έξυπνη η Λούκα: το πως κράταγε το στομάχι της η μάνα σα να πονούσε βολές – βολές και που γέμιζε το στόμα της με σάλιο και έφτυνε η δόλια να ξεφορτωθεί το περίσσιο στομαχικό της υγρό….
 
*****
 
Εκείνο το βράδυ γύρισε σπίτι με μεγάλη άργητα η μάνα. Είχε πάει ως είπαν οι γονείς στις μικρές τους κόρες, να δει τις γειτόνισσες ένα γύρω και να πουνε τις δικές του κουβέντες και να τις χαιρετίσει. Στο τραπέζι επάνω τους είπαν πως αύριο δεν θα έλθουν οι γονείς στο μαγαζί, αλλά τα δυό τους, μόνα θα φέρουν πέρα το μαγαζί… Αυτοί θα πήγαιναν στο γιατρό, να κάνει μια επέμβαση πούπρεπε η μάνα στο στομάχι. Αυτό που την ταλαιπωρούσε τόσο τον τελευταίο καιρό. Και τα παν όλα, έτσι απλά και φυσιολογικά, λες και το αυριανό το γεγονός να ταν μικρή παρένθεση στο κάθε μέρα και όλα μετά θα συνεχίζουνταν κανονικά, στο δικό τους γνώριμο ρυθμό. Και εκείνο το τελευταίο βράδυ Κυριακής, μπήκε και γλυκό –μπακλαβάς που χε ετοιμασμένο από το πρωί, η Πολεμία, πάνω στο τραπέζι, γεγονός σπάνιο αλλά καλοδεχούμενο, να γλυκάνει μα θές τη μέρα πούφευγε αλλά και την πιο  δύσκολη καινούρια πουρχονταν την επομένη…
Τα σήκωσε τα στερνοπούλια της πολύ πρωί, η Πολεμία. Τα έντυσε και τα ετοίμασε. Τους έφτιαξε το πρωινό τους γάλα –με παξιμάδι και σταφίδες, τα αγκάλιασε ζεστά και τους  είπε την καλημέρα της.
Η Λούκα, έβαλε τα κλάματα στην μητρική την αγκαλιά. Την παρηγόρησε η Πολεμία: «είπαμε εσύ είσαι μεγάλη τώρα!» …… Και τάδιωξε να ετοιμαστεί και εκείνη, για το νοσοκομείο! Τα θώρησε που κατέβαιναν του σπιτιού της τον κατήφορο, τα δυό τους πιασμένα χέρι-χέρι! «Παιδιά μου, σπουργίτια σκορπισμένα, που σας αφήνω, η κακούργα!», το φώναξε η Πολυμία το άδικό της και μπήκε στο σπίτι μέσα!
Η Λούκα κοντοστάθηκε. Τον άκουσε το μητρικό το λόγο, μα δε σκάλωσε τον δρόμο της το βήμα… συνέχισε.   Ήταν μεγάλη εκείνη τώρα!
******
Δυο μέρες την είχανε –με την σημερινή, τη μάνα στο νοσοκομείο, και ο Δημητράκης πάντα δίπλα της!. Άνοιξαν για δεύτερη μέρα οι μικρές το μαγαζί. Ήταν ημέρα Τρίτη και θα χε δουλειά! Η Λούκα έτρεχε για όλα και από πίσω της και η Τασώ, και ας ήταν μικρότερη και δυσκολεύονταν στα πάντα! Προσπαθούσαν και πάλευαν τα δυό τους, τη δουλειά στο εστιατόριο με μια ηρεμία συνενοχής, σαν να θελαν να αποδείξουν πως μπορούν και τα καταφέρνουν, πως στέκουνται και αυτές στην οικογένεια σε αυτήν την δύσκολη την ώρα με τον εδικό τους τρόπο. Και έκρυβε αυτήν τους η ηρεμία και αγωνία μαζί! Τους το χε πει ο πατέρας πως σήμερα θα γινόταν η επέμβαση στο στομάχι της μάνας. Θα προσπαθούσαν λέει οι γιατροί στο νοσοκομείο να της βγάλουν το κακό που της έκαιγε τα άντερα, που της έκανε τη ζωή δύσκολη και ύστερα θα γύρναγε η μάνα, υγιής στα παιδιά της, στον άντρα της και τις δουλειές της! Και με αυτήν τους την συμπεριφορά την ταξίδευαν τη μέρα ετούτη τα κορίτσια, με εργασία και ηρεμία και κυρίως και πάνω από όλα με προσμονή για νέα καλά στην επέμβαση τη δύσκολη της μάνας. Πέρασε το πρωινό με τις ετοιμασίες στα φαγητά και τα μεζελίκια και ήλθε το μεσημέρι και οι πελάτες, για φαγητό κουβέντα και κρασί. Και αν άλλοτε το μικρό αυτό εστιατόριο, εκεί κάτω από τα πλατάνια, θύμιζε πολύβουο μελίσσι, σήμερα ήταν ήρεμο και ήσυχο από φωνές και σχόλια, γιατί τόξεραν ούλοι οι πελάτες το δύσκολο της οικογένειας και σεβούμενοι λες, τον κόπο των μοναχικών ανήλικων έτρωγαν ήρεμα και αφοσιωμένα, λέγοντας ο καθένας το καλό του λόγο στα κορίτσια, και κανά χωρατό και πείραγμα στο που και που, για να γελάσει ταχειλάκι τους, ρίχνοντας τους βλέμμα καθησυχαστικό και συμπονετικό…… Και αφού έκανε και το μεσημέρι το δικό του κύκλο και έφυγε και ο τελευταίος από τους πελάτες, ξεκίνησαν τα δυό τους να μαζεύουν  με βιάση πιάτα και ποτήρια, καρέκλες και τραπέζια, να κλείσουνε το μαγαζί να μαζευτούνε σπίτι, να μάθουν τί απέγινε η εγχείρηση της μάνας!
Στο βιαστικό τους πάνω, χτύπησε την ώρα δυνατά, αλλά με παράπονο και το μεγάλο πέτρινο ρολόι στα βόρεια της πόλης! Η Τασώ που δεν τα κατάφερνε καλά στο μέτρημα, λάλησε διαφορετική την ώρα! Και ξανά το άκουσμα του ρολογιού της πόλης! Πάει τρελάθηκε το μηχάνημα!  Και απόρησε και η ίδια, κοιτώντας την Λούκα, για το λάθος που έκανε το ρολόι και για το ποια είναι η ώρα και για το πόσες φορές χτυπάει η κουδούνα του!
«Καμπάνα είναι Τασώ, όχι το ρολόι της πόλης! Καμπάνα που πένθιμα χτυπά, Τασώ!», είπε η Λούκα και κοίταξε στα ανατολικά περιμένοντας το τρίτο χτύπημα της πένθιμης καμπάνας, να δει από ποια εκκλησία ακούγεται το πένθιμο το γεγονός και αν είναι της εδικής τους! και ξανά ο ίδιος λυπημένος ήχος… Και ήταν αυτό της Βαγγελίστρας, της δικής τους συνοικίας, το γλυκό το λάλημα στο σήμαντρο, το δίχως άλλο! Μαζί τους ήλθε αυτή η δύσκολη συνειδητοποίηση:
«Μάνα μας , πάει!» είπε η Τασώ.
«Σπουργίτια σκορπισμένα!» είπε η Λούκα, αγκαλιάζοντας την μικρή της αδελφή και κλείνοντας τα ματιά: και εκεί πίσω από τα υγρά της βλέφαρα, σε κείνο το δικό και ατομικό της σκότος, εμφανίστηκε φωτεινό το γαλάζιο βλέμμα της μάνας και το φωτεινό χαμόγελό της, να της παρηγορήσει την στιγμή και να της θυμίσει ότι, ποτέ κανείς δεν φεύγει, αλλά όλοι μένουμε εδώ, στην καρδιά και στο θύμηση του καθενός μας!
Από εκείνη τη μέρα, η Λούκα μίσησε τις Τρίτες, τις θεωρούσε γρουσούζικες μέρες και βρώμικες και αν τη ρωτούσες το γιατί δεν θα σου έδινε απάντηση καμία! Και για τον θάνατο της μάνας της, ποτέ ξανά δεν μίλησε και αν κάποιος δεν την ήξερε ως της έπρεπε, θάλεγε πως αυτή το κάνει από πόνο και αποφεύγει να μιλά για το τέλος της μάνας της, αλλά οι άλλοι πάλι, οι λίγοι που την ήξεραν πιότερο, γνώριζαν πως κάθε Σάββατο, η Λούκα πήγαινε και άναβε το καντήλι στο κοιμητήριο για να βλέπουν οι ψυχές το δρόμο και νάρχονται κοντά μας….


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Μοίρες!

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ [Η νησιώτισσα]