ΑΠΑΤΗ


ΣΜΑΡΟΥΛΑ – μέρος 2ο

 

Το χε για καλά πια αποφασισμένο!

Τη γνώμη δεν της την άλλαζες όσο και να το προσπαθούσες!

Μετά και το τελευταίο ταξίδι στην Ελλάδα, πλέον η Αραπιά δεν την χωρούσε! Της έλειπαν όλα, ακόμα και αυτή η μικρή η γειτονιά της πόλης, όπου μεγάλωσε και από όπου παλιότερα το πάλευε με λύσσα για να φύγει, φοβούμενη ότι θα την καταπιεί η φτώχια της και η μιζέρια της: γιατί αυτό ήταν το λίγο, που είχε να της δώσει!

Τώρα πια, ούλα είχαν αλλάξει, ναι! Είχε λεφτά η ίδια με το τσουβάλι, εκατομμύρια για ναμαστε ειλικρινείς, με καταθέσεις σε Ιορδανία, Βηρυττό, Ελλάδα και Ελβετία για να ναι σίγουρη! Και αν ήξερε και γράμματα και δεν την κλέβανε οι αραπάδες, πιότερα θα τα χε ούλα. Διπλάσια και τριπλάσια. Και αυτά που έσωζε μέχρι τα τώρα, τα κανε με την πονηράδα της την Ελληνική και με την βοήθεια του Αχμάτ! Γιατί αυτός ήταν γραμματιζούμενος και την προστάτευε το δίχως άλλο, γυναίκα του ντε, αλλιώτικα πως να το χει κανείς! Το χε συζητήσει και μαζί του, αυτό της το σχέδιο για την επιστροφή στα πάτρια και κείνος αντίρρηση δεν είχε! Άνθρωπος του κόσμου, την καταλάβαινε τη Μάρουα! Και η αγάπη του της έδινε πιότερο την χάρη, να κάνει τα δικά του το θηλυκό ακόμη και να αλλάξουν τελείως την ζήση τους, σε άλλη χώρα, αυτή της γυναίκας του! Πέρναγαν και τα χρόνια και έφτανε και αυτή η δεκαετία του εξήντα στα τελειώματά της, πόσο θα τον άντεχε τον μισεμό!? Έφτανε και η ίδια στα σαράντα. Όχι! Όλα την οδηγούσαν στην απόφαση για ένα πλέον μόνιμο ταξίδι στην Ελλάδα.

Έτσι και έγινε! Τα μαγαζιά σε Αμμάν και Βηρυτό δεν άργησαν να πουληθούν και μάλιστα σε καλή τιμή αν αναλογιστεί κανείς το βιαστικό της απόφασης –χρήματα που προστέθηκαν και αυγάτισαν τους τραπεζικούς παράδες της Σμαρούλας στην Ελλάδα!

Και γυναίκα αποφασιστική και γρήγορη ως ήταν, όλα τα κανόνισε και όχι μόνο μετακόμιση και ταξίδι, αλλά και την αγορά μονακατοικίας σε καλή περιοχή της Αθήνας και όλα τα απαραίτητα για να τους βρεί το σπίτι έτοιμο στην καινούρια τους ζωή, στην Ελληνική πρωτεύουσα! Γιατί είπαμε, καλή φαινόταν πια η πατρική της πόλη, αλλά ακόμα παρέμενε αυτή μικρή για τις αυξημένες τις συνήθειες και τα θέλω της πολυταξιδεμένης! Δυό πράγματα θα τις λείπανε μόνο. Η μάνα, που πια δε ζούσε ήταν το ένα. Είχε «φύγει» πια αυτή και την πλήγωνε ετούτο τη Σμαρούλα, που δεν ήταν εκεί κοντά της, στα τελευταία της, αλλά πάλευε τη δική της ζωή στο εξωτερικό. Όπως και να χε όμως τόξερε πως ήταν η υπερήφανη η μάνα για την κόρη. Το δεύτερο, που θα της έλειπε της Σμαρούλας, ήταν το τραγούδι της με το χειροκρότημα του κόσμου! Αλλά δε βαριέσαι, τόλεγε και η γιαγιά η Αναστασία: τα φρέσκα φρούτα δεν τα χεις και φρέσκα για πολύ! Ως εκ τούτου, καλύτερα να αποχωρούσε τώρα, πριν το πράμα σάπιζε και βρώμιζε, πριν χάλαγε για τα καλά και τις άφηνε άσχημες αναμνήσεις. Ας έφευγε αυτή από τον χώρο τούτο τον καλλιτεχνικό, όσο της τοχε ακόμα ο καιρός της στις δόξες του!

Έτσι και έγινε λοιπόν με ούλα! Με τάξη και μεθοδικότητα, οργάνωση και αγάπη: κόρη αυτή πρωτότοκη του Δημητράκη, του τόχε πάρει τούτο του το γνώρισμα.

Και μεταφέρθηκαν τα πάντα στην Αθήνα μαζί με όλα δε και ο Αχμάτ, που τον έφερε και στο πατρικό της σπίτι και γνώρισε ούλη την οικογένεια, πατέρα και αδελφές –παντρεμένες πια Λούκα και Τασώ, αλλά και η Σπυριδούλα κοντογειτόνισσά της στην Αθήνα! Και όλοι τον αγκάλιασαν αυτόν τον άντρα, τον όμορφο και ψηλό Άραβα με τα μαύρα μάτια και το παχιό μουστάκι, και ας μην ήξεραν την γλώσσα του την βαρβαρική και τα εθίματά του! Τα μάτια τους του τόδειχναν πως ήταν τούτος ένας από τους ιδικούς τους. Και οι αγκαλιές τους, τον έκλειναν με την αγάπη και τον γνοιάσιμό τους!

Και όπως πέρναγε ο καιρός, ήσυχα και αγαπημένα, συνήθισε και αυτός το κάθε μέρα το Ελληνικό, με τη βοήθεια και της στοργή της Σμαριώς, που αφού του έδειξε Λιβαδειά και Αθήνα, νησιά ελληνικά και αξιοθέατα του τόπου τούτου, καταλάγιασαν τα δυό τους στο νέο σπιτικό χαρούμενοι για την καινούρια τους ζωή!

Αλλά ήταν ο Αχματ, φύση ανήσυχη και επιχειρηματική και τελικά άντρας ανατολίτης, όπως και να το κάνουμε και αυτό του χαρακτηριστικό τον έτρωγε, γιατί όσα και αν είχε χρήματα η Σμαρούλα και για τους δυό, ετούτος ήθελε την δική του προκοπή και να ναι ατός ο αντράς του σπιτιού να μη στηρίζεται στα όβολα της γυναικός του. Και αυτό του το παράπονο το γνώριζε η Σμαριώ και τον καταλάβαινε τον άντρα της. Έκατσε ετούτος και έστρωσε το δαιμονικό του το μυαλό και αποφάσισε την κίνηση την επιχειρηματική, κάνοντας τηλέφωνα στο εξωτερικό με τις ξένες αγορές και δημιουργώντας νέες επαφές στην Ελλάδα πια….. και αποφάσισε να ξεκινήσει εμπόριο!

Επιχείρηση εξαγωγής ελληνικών φρούτων στις χώρες της Ανατολής!

Λογικό και πολλά υποσχόμενο! Και αν όλα πήγαιναν καλά, που αυτό έδειχναν τα πράγματα, τότε θα ανοιγόταν δράση και σε άλλες χώρες, δεν είχε ορίζοντα η κίνηση αυτή… μόνο επέκταση! Και πες πες, όσον και να της φαίνουνταν της θηλυκιάς και λίγο ριψοκίνδυνη η κίνηση, είπε το ναι, και έδωσε αυτή την πρώτη οικονομική μαγιά, για να ξεκινήσει με τις πρώτες απαιτήσεις της δουλειάς ο Άραβας.

Και δούλευε ο άντρας της πολύ!  Συνέχεια στο τηλέφωνο και να μιλάει για δουλειές και χρήματα και ταξίδια…… Πολλά ταξίδια για να εδραιώσει τις επαφές, για να δει τις αγορές…. Σε όλα από πίσω η Σμαρούλα του, την έστρωνε την πλάτη την οικονομική, γιατί πίστευε πια και αυτή στο όραμα του αντρός της και ήταν άλλωστε το καθήκον της, σαν όλες τις γυναίκες της φύτρας της: να στηρίζουν τον άντρα!

Μα από όλα τα ταξίδια του,  από ένα  του περίμενε την επιστροφή, με περισσότερη ανυπομονησία και πιότερη την αγωνία. Την είχε ήδη μέρες πολλές αυτή την καθυστέρησή της. Ήταν ο κύκλος της ήδη αρκετά αργητεμένος και έτσι πήγε και στο γιατρό για να ναι σίγουρη και μη λαθέψει σαν έλεγε τα νέα του αντρός της. Και ο γιατρός τη βεβαίωσε απόλυτα: περίμενε παιδί ετούτη!

Και ένοιωθε η Μάρουα με τούτο το νέο γυναίκα πλήρης και ολάκερη. Σαν νάρθε τώρα αυτό το γεγονός να την εναρμονίσει με τον θείο προορισμό που χει η φύση της η θηλυκή: να κάνει γεννήματα, να δίνει ζωή…..

Γύρισε επιτέλους ο Αχμάτ, στην Αθήνα και με δάκρυα και συγκίνηση του το μαρτύρησε το μυστικό η Σμάρω! Και καλωσόρισε και αυτός με φανερή συγκίνηση το νέο το χαρμόσυνο, να γίνει και αυτός πατέρας. Τώρα όμως, που θα μεγάλωνε πιότερο και θα στρογγύλευε η οικογένεια έπρεπε και αυτός να βάλει περσότερο τα δυνατά του, και σαν βγει ο γιός του να αντικρύσει αυτό το άπλετο το φώς το ελληνικό, να χει πατέρα στεκούμενο και καλά πιασμένο. Ενέτεινε ακόμη με νέες δυνάμεις, τις προσπάθειες, τη δούλεψη και τα ταξίδια ο Αχμάτ για χάρη στο βλαστάρι του, ενώ με περηφάνια η Σμαρούλα χρηματοδοτούσε τις προσπάθειες του αντρός της! Τώρα δε, που θα φερναν και στον κόσμο το παιδί, ίσως να άλλαζε και πίστη ο Αχμάτ –της έλεγε, και να γινόταν Χριστιανός, να μπουν μαζί σε Εκκλησία να παντρευτούν κανονικά και όχι μόνο με γάμο πολιτικό, αλλά καθώς τους πρέπουν τα έθιμα τα ελληνικά, με παπά και με κουμπάρο! Άστραφταν τα μάτια της Σμαριώς σαν άκουγε αυτά τα λόγια. Αλλά έπρεπε πια και ετούτη να προσέχει, να χει την εγκυμοσύνη της σταθερή και να κρατάει γερά το παιδί μες την κοιλιά της, μη τύχει και αποβάλλει δεν ήταν δα και μικρή παιδούλα. Και αυτά τα σούρτα – φέρτα στην Τράπεζα την Κεντρική να κοπούν έπρεπε, να μην την κουράζουν: θάμπαινε ο Αχμάτ μες στα βιβλιάρια να μπορεί να διακινεί άνετα τους λογαριασμούς της! Αυτή τώρα θα χε άλλη δουλειά, να φέρει πέρα γκαστριά, να μεγαλώσει πλάσμα….. Αυτή πια θα χε άλλη αγάπη: όχι το τραγούδι, ούτε το χειροκρότημα, μηδέ την καταξίωση, αυτή τώρα θα χε παιδί!!!

------

Ένοιωθε τα μάτια της βαριά… δεν άνοιγαν, όσο και να το προσπαθούσε! και η αναπνοή της δύσκολα έβγαινε έξω από το λαρύγγι, σαν νάσωζε ο αέρας τα αποθέματά του ένα γύρω… δεν άντεξε άλλο η Σμαριώ και από την συνείδηση έπεσε ξανά στο λήθαργο…..

------

Από μακριά κάπου ένα τηλέφωνο χτυπούσε (?), αυτό μόνο κατάλαβε, και αυτό για λίγο, αφού την τύλιξε ξανά αυτή η μαύρη κουβέρτα, που την έπνιγε ένα γύρω της, αλλά που να της αντισταθεί δεν άντεχε… παραδόθηκε ξανά στον ύπνο……

------

Και άλλος θόρυβος μετά … πόση ώρα να χει περάσει (?) … θόρυβος δυνατός… κάπου μέσα εδώ, γύρω. Στο βάθος!? Μπορεί, δεν ξεχώριζε τίποτε! Μια πόρτα που σπάει? Ναι! Και χέρια που την σηκώνουν… και ξανά τίποτε, η μαυρίλα που την βύθισε….

------

Στο νοσοκομείο ξύπνησε η Σμαρούλα, στην αγκαλιά των αδελφάδων της, που την ξενυχτούσαν τρεις μέρες τώρα και έκλαιγαν και οι τρεις τους, φοβούμενες το θάνατο της μεγαλύτερης της αδελφής τους..

Συνήλθε αρκετά η έρμη και κατάφερε να βγάλει μιλιά η γλώσσα για να τις ρωτήσει, κοιτώντας τες στα μάτια, αυτές τις  ομομήτριές της, τί έγινε, γιατί να βρίσκεται αυτή σε αυτά τα άσπρα τα σεντόνια:

Υπνωτίσει βαριά την είχαν τη δόλια, τόσο που λίγο κόντεψε να πεθάνει, στο τσάκ την γλύτωσε,  τη μαύρη της την ώρα, η τυχερή και για αυτό να ναι χαρούμενη! Παναγιά μου Δέσποινα! Τι και ας έχασε το έμβρυο? Αυτή να ναι καλά! Ε, δεν την πήραν και τα χρόνια! Σαραντάρα είναι ακόμα, θα κάνει άλλο παιδί……!

Την πήραν τα δάκρυα τη Σμαρούλα και έκλαψε για αυτή τη ζωούλα, που δεν γνώρισε και δεν έκλεισε στην αγκαλιά της μέσα. Και όσο και αν τα χάδια των αδελφών της έδιναν προσπάθειες για να την επαρηγορήσουν, αυτή τα χέρια του αντρός της, ζήταγε για να την κλείσουν μέσα,  και να δώσει κατανόηση και αγάπη ο ένας του αλλουνού και να πενθήσουν μαζί για το παιδί τους, που δεν βλάστησε…. Και σε αυτήν της, την στροφή της σκέψης ήλθε και η συνειδητοποίηση στο τί ήταν πεπραγμένο: Ο Αχμάτ, που την υπνώτισε, καθώς τόχε σχεδιασμένο. Ο Αχμάτ, που θα τις τα χε πάρει τα λεφτά από τις τραπεζικές της καταθέσεις (και τα κοσμήματα από τις θυρίδες!). Ο Αχμάτ, που ναι φευγάτος και αρατός στο εξωτερικό! Ο Αχμάτ, ο άντρας της και ο δολοφόνος του παιδιού της……..

----------

Η Σμαρούλα έμεινε περισσότερες μέρες στην κλινική για να αναρρώσει καλύτερα και η ψυχική της υγεία. Όταν αργότερα βγήκε και κατάφερε να σταθεί στα πόδια της, αντιμετώπισε και την αλήθεια: των τραπεζικών καταθέσεων, που ως τόχε αναμενόμενο τα είχαν κάνει τα φτερά τους (εκτός από ένα λογαριασμό κρυφό, γιατί την είχε αρκετή την πονηράδα, η κόρη του Δημητράκη!), της ζωής που πέταξε σε μια λάθος απόφαση και της μοναξιάς που την περίμενε! Κοιτώντας αυτά τα χαρτιά που της είχε μοιρασμένα σε τούτη την παρτίδα η Μοίρα της, η Σμαρούλα έκανε αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα και πάντα: άνοιξε το κεντρικό παράθυρο, εκεί επάνω στο ανώι της μονοκατοικίας της και άφησε το τραγούδι να γεμίσει το δρόμο από κάτω και να πάρει μακριά, σκέψεις, έγνοιες και στεναχώρια και ίσως, αυτή να ήταν και η πρώτη φορά που στα χρονικά της, η ακριβή ετούτη συνοικία των Αθηνών απολάμβανε το άκουσμα ενός τέτοιου Αμανέ……


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ [παντρολογήματα μέρος 2ο]

ΠΟΛΥΜΝΙΑ

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....