Οι Καλογείτονες!


Οι Καλογείτονες

 

Ατή της από μόνη της, δεν το θελε, σα τη ρωτούσες!

 Μα, ήταν απόφαση της κόρης της και του γαμπρού της! Ήπρεπε τώρα ούλοι τους να μετακομίσουν. Να αφήσουν αυτό το όμορφο το σπιτικό, που χε καμωμένο με το συχωρεμένο το Νικηφόρο της, και να πάνε πιο ψηλά ανατολικά της πόλης, εκεί ακόμα πιο πάνω από την Βαγγελίστρα, στα ριζά του βουνού, στο καινούριο σπίτι που διάλεξαν Πολυμία και Δημητράκης για να μεγαλώσουν τη φαμίλια τους. Και από ένα μέρος και αυτοί το δίκιο τους το είχανε: φαινόταν πως θα γίνουνταν πολυπληθής η οικογένεια, ήδη με δυό κορίτσια ανήλικα και το τρίτο στην κοιλιά της κόρης της, το παλιό τους ποταμίσιο σπίτι πια δεν τους χωρούσε. Επιλογές άλλες δεν είχε η Αναστασία.

Το λοιπόν καλό ήταν και το νέο σπίτι, με αυλή μεγάλη μπροστά, ανώι και κατώι και ροδόκηπο πίσω κανα στρέμμα πού φτανε μέχρι τις αρχές του βουνού ….. το ποτάμι θα της έλειπε μόνο! Αυτό που με το τρεχούμενο αφρισμένο του νερό έφερνε και έμοιαζε στ αυτί φουρτουνιασμένη θάλασσα και έπαιρνε μαζί του τις σκέψεις της και τις αναπολήσεις  της, τις ταξίδευε μαζί μέχρι εκεί που οδηγούνε ούλα τα ποτάμια του κόσμου: στην γαλάζια θάλασσα … και στο νησί της!

Πούλησε και αυτό λοιπόν το σπίτι το παλιό –προίκα πια της Πολυμίας, και ήλθε και εγκαταστάθηκε εδώ επάνω στο βουνό, στην πλάτη της Ευαγγελίστριας, στα γόνατα του Αι-Νικόλα, που κορωνάρει στην κορφή, δεξιά του Αι-Ταξάρχη: «με τόσους Αγίους κυκλωμένοι, όλα καλά θα πάνε» σκέφτηκε, έκαμε το σταυρό της και ανασκουμπώθηκε στη λάτρα του νέου σπιτικού!

Και φαίνονταν τούτη η γειτονιά καλύτερη μαθές, πιο ήσυχη από το φασαριόζικο κέντρο της πόλης, πιο μαζεμένη και πιο νοικοκυρεμένη. Με ασπρισμένες αυλές και σπίτια φροντισμένα, με οικογένειες, νοικοκυραίους, και ας ήταν όλο ανηφόρες – κατηφόρες καθώς σκαρφάλωναν τα σπίτια στη βουνοπλαγιά, με άντρες μεροκαματιάρηδες στο περσότερο τους και με γυναίκες μάνες γνοιαστικές! Όπως αρμόζει δηλαδή στον κόσμο τούτο!

Το χάρηκε αυτό η Αναστασία η αρχόντισσα και καλοβολεύτηκε στο καινούριο οίκημα και έπιασε ετούτη να συγυρίζει με την κόρη της, κτίσμα, αυλή και κήπο να ρθούν όλα στα μέτρα της και κατά πώς αυτή τα χε σχεδιασμένα και καλά ονειρεμένα, φερμένα όλα στο βάρος της οικογένειας που μεγάλωνε, διαρκώς.

Την υποδέχθηκαν και την καλοδέχθηκαν και οι γείτονες σε τούτη την αγκάλη, και κατάφεραν ούλοι τους να κάνουν τις φιλίες και τις καλές τους γειτονίες.

Η Πολυμία ξεχώρισε την κυρά Σοφία στο σπίτι τους πιο κάτω –σεμνή, ήσυχη και τρυφερή και τούτη μάνα σε δικά της παιδιά και έκανε μαζί της την παρέα, όποτε το είχε εύκαιρο από σπίτι και μαγαζί.

Και η Αναστασία βολεύτηκε με ούλες και με ούλα, γιατί ήταν στο φτιάξιμό της άνθρωπος πρόσχαρος και ευγενικός συνάμα και  ας είχε ακόμη πάνω της αυτό το αγέρωχο, της φύτρας της νησιωτικής της μοσχαναθρεμμένης –που με όσα ξενοπλυσίματα και αν δούλεψαν τα χέρια της, αυτό της το χαρακτηριστικό ποτέ του, δεν «εξέβαψε», όσο και αν ο καιρός και η τριβή με τους απλούς ανθρώπους, το επιδίωξε….

Και από όλους τους Λυκοχωρίτες της γειτόνους, με δύο μόνο το χε το πρόβλημα….

Ήταν αυτή η οικογένεια του Παναγιώτη και της Άννας, της όμορης αυλής, φασαριόζα το δίχως άλλο! αλλά απ την άλλη  έδινε με τούτη την φωνή της και ζωή στον τόπο, σ αυτήν την ήμερη την γειτονιά. Μεροκαματιάρης πού σπαγε την πέτρα στα νταμάρια ο Παναγιώτης, φύση αγαθή και ήμερη. Νοικοκυρά της ρόκας η φωνακλού η Άννα –μα φύση αγνή, καλή έστω και αδούλευτη –το αναγνώριζε αυτό η Αναστασία!

Αλλά τα όμορα παλούκια από τον πίσω κήπο έβαζαν το πρόβλημα!

Ήταν παλούκια περίεργα αυτά, ξύλινα και βαθιά χωμένα σ αυτό το πήλινο το χώμα: έδιναν να ξεχωρίζει ο ένας κήπος της Αναστασίας από τον άλλο κήπο, αυτόν του Παναγιώτη. Και άμα έτσι απλά τα έβλεπες θα λεγες με τον ανήξερο το νού σου, πώς ναι, απλά παλούκια είναι!

Το λάθεψες το δίχως άλλο! Γιατί αυτά τα παλούκια ήταν που στο φώς της μέρας τα άφηνες στην θέση τους, και αργά τη νύχτα αυτά μετακινούνταν και στο ξημέρωμα τα έβλεπες αλλού βαλμένα! Είχαν αλλάξει θέση! Και τη μια βδομάδα έβλεπες να αδικούν το κήπο της Αναστασίας δίνοντας περισσότερο έδαφος στον κήπο του Παναγιώτη και την άλλη χάριζαν την εύνοια στο χώρο της νησιώτισσας, αδικώντας την έκταση του μεροκαματιάρη γείτονα!

Και όσο και αν ήταν παράξενο το θάμα, λάμβανε χώρα σχεδόν κάθε βδομάδα! Και ήταν το δίχως άλλο κουραστικό αυτό το έργο: Νυχτιάτικο να σηκώνεται ο Παναγιώτης να κλέψει έδαφος από τον κήπο της Αναστασίας και τανάπαλιν αξημέρωτο η νησιώτισσα να παίρνει πίσω -μια βδομάδα μετά, τα όσα της είχανε κλεμμένα!

Και ήταν το αστείο μεγαλύτερο και για τους δυό τους, κάθε φόρα: Γιατί αφού την κάνανε την βόλτα τους τα μαγεμένα αυτοκινούμενα παλούκια, και ο ένας γείτονας συναντούσε τον άλλο, καλημερίζονταν και χαμογέλαγανε και έλεγε ο αθώος στον ένοχο:  «Μέρα καλογείτονα! Κουρασμένος σηκώθηκες, για μου φαίνεται μαθές!? Δεν την ξημέρωσες καλά τη μέρα, ή δεν την κοιμήθηκες καθόλου?» και έσκαζαν στα γέλια διασκεδάζοντας αυτό τους το παιχνίδι!

Χρόνια κράτησε το χωρατό και η διασκέδαση, μέχρι που τη λύση έδωσε ο τοπογράφος -βαλμένος αυτός του Δημητράκη, και ένας τοίχος χώρισε στο πρέπον του τις ιδιοκτησίες. Ένας τοίχος πετρόχτιστος και γκρίζος, άκομψος, παχύς, δίχως μαγεία, χωρίς καθόλου όρεξη και ευκαιρίες για χωρατά, αστεία και κλεψίματα……

 

Ήταν τα χρόνια τούτα δύσκολα για όλους και σε όλα.

Και αυτό που λάτρευε η Αναστασία στο σπίτι τους, το καινούριο, ήταν το εσωτερικό δωμάτιο της τουαλέτας. Προνόμιο αυτή σε τούτους τους καιρούς, που σπίτια και αποχετευτικά συστήματα δεν ταίριαζαν ακόμα σε όλες τις μεριές της πόλης. Και τούτη η συνοικία του Λυκοχωριού δεν χωρούσε εξαίρεση. Καθώς δε το βουνό από πάνω ήταν μεγάλο και εύκαιρο, οι περισσότεροι νοικοκυραίοι, θεωρούσαν πολυτέλεια ή και χαμένο κόπο «το καμπινέ» –όπως το έλεγε η Αναστασία,  ή «το Μέρος!» όπως το λέγανε οι Λυκοχωρίτες»!

«Μέρος» λοιπόν για τους περσότερους της συνοικίας, ήταν το βουνό! με εξαίρεση –μερικές φορές και όχι πάντα το δίκιο να λέγεται και αυτό μόνο όταν δεν ήταν αρκετά μεθυσμένος!, για τον μπάρμπα—Σπύρο, το γείτονα, εκεί δυό τρία σπίτια πιο κάτω από την κατηφόρα της Αναστασίας.

Γιατί νύχτα, βαθύ σκοτάδι και με το κρασί ανεβασμένο στο αίμα, τούπεφτε δύσκολο του έρμου, να ανέβει ολάκερο βουνό, και έκανε μέρος τον ασπρισμένο  μαντρότοιχο από την αυλή της κυρά Αναστασίας!

Εκεί έξω από τον τοίχο, δυο μέτρα πιο πάνω από την εξώθυρα, στης κατηφόρας το δρόμο, είχε το Μέρος του ο κυρ-Σπύρος!

Και όσο γινόταν αυτό το έθιμο συχνότερο, τόσο αντάριαζε η έρμη η Αναστασία πού πρεπε πρωί-πρωί να πλένει και να καθαρίζει τα «κακώς κείμενα» της εξώπορτάς της!

Και μια και δυό την πήρε την απόφαση! και ήταν η πρώτη και μοναδική φορά ετούτη, που τα παλούκια του Παναγιώτη κάθισαν αμετακίνητα για έναν ολόκληρο μήνα, στεναχωρημένα και αδικώντας το δικό της κήπο. Γιατί η Αναστασία το είχε πάρει απόφαση για την ολοκληρωτική εξόντωση του μαγαριστή, -αυτής της δόλιας μουστερίτσας, όπως αγανακτισμένη αποκαλούσε η ίδια τον κλέφτη της καθαριότητάς της, και κάθε βράδυ παραφύλαγε στο μαντρότοιχο επάνω. Κάθονταν εκεί ωσάν το νυχτοπούλι κρυμμένο στις σκιές παραφυλώντας, μέχρι που ξημέρωνε ο Θεός τη μέρα, αμετακίνητη, χωρίς να έχει άλλη έννοια και προκειμένου να δεί, ποιός από τους γειτόνους δεν ξέρει καλά τη Γεωγραφία: που δηλαδή ειν΄ το βουνό –ήτοι το Μέρος! και πού η δική της εμπασία!

Και ήρθε η τύχη και την ευνόησε στο μήνα πάνω και  είδε τον κυρ-Σπύρο, βιαστικό στην πίεση της ανάγκης του, αλλά και τρεκλίζοντας από το μεθύσι, στο σκοτάδι της νύχτας μέσα αλλά και με το φώς του φεγγαριού βοηθούμενος, να πορεύεται για το δικό του Μέρος. Κρύφτηκε αυτή στον τοίχο από πάνω, χωρίς όμως να χάνει την πανοραμική της θέα και όταν έφτασε ο δόλιος στο μέρος που είχε για στόχο, μάζεψε φουστάνια ετούτη και έτρεξε και πήρε την κατσαρόλα που ένα μήνα τώρα κάθε βράδυ έκαιγε νερό επάνω στο μαγκάλι! και δρασκέλισε τα γρήγορα πίσω, σκαρφαλώνοντας με ένα πήδο τον μπατανισμένο της τοίχο. Σημάδεψε στα άσπρα, τα ανήλιαγα μεριά του κυρ-Σπύρου, και με τη μια την αναποδογύρισε πανώθε τους την κατσαρόλα. Θες το μεθύσι, θες η ντροπή, άχνα δεν ακούστηκε από το δόλιο το μεθυσμένο γείτονα, μόνο μαζεύτηκε με κινήσεις αδέξιες, βιαστικές και πονεμένες και έτρεξε τον κατήφορο κάτω το δίχως άλλο ντροπιασμένος …..

Σηκώθηκε το πρωί η νησιώτισσα και μάζεψε το σπίτι. Ετοιμάστηκε να πάρει στράτα, τραβώντας για τα ψώνια τα καθημερινά, στην αγορά της πόλης! Στης ποδιά της την δεξιά την τσέπη  μέσα έκρυψε βαζάκι κηραλοιφής με βάλσαμο, από αυτές που με τα χέρια της έφτιαχνε και πούλαγε στο γυρολόγι.

Ασωμάτωσε από το σπίτι και εκεί στο σταυροδρόμι πάνω είδε, έξω από της δικής του αυλής την πόρτα τον κυρ-Σπύρο καθισμένο!

-Καλημέρα κυρ Σπύρο!

-Καλημέρα κυρ Αναστασία!                                                                                          

-Κάθεσαι καλά γείτονα εκεί?

-Καλά, καλά γειτόνισσα!

-Αμ, δεν κάθεσαι καλά κυρ Σπύρο! Και δεν κάθεσαι καθόλου καλά, η αλήθεια είναι! να! Πάρε αυτήν την αλοιφή να βάλεις στα καμένα σου και να φροντίζεις πλέον να κάθεσαι καλύτερα!

 





 



 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

Μοίρες!

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ [Η νησιώτισσα]