Μοίρες!


«Μοίρες! Μοίρες! Μοίρεεεεςςς…!», φώναζε και περπάταγε ταυτόχρονα, και τούτη η στεντόρεια φωνή τόφτυνε αυτό το «σσσς» στο τέλος της, το έκανε  και  να σέρνεται, ακολουθούμενο από το λίκνισμα του κορμιού της, έτσι όπως βάδιζε τούτη η μαντηλοφορούσα γυναικα καμαρωτά, σχεδόν  ξεδιάντροπα θηλυκά, όπως όλες οι κατσιβέλες της σειράς της.

«Μοίρες! Μοίρες! Μοίρεεεεςςς…!»

Το χε και το λάλαγε η φωνή της για την τέχνη της και  η φορεσιά της για την καταγωγή της: τσιγγάνα χερομάντισσα!  Απ αυτές που  κοιτάνε με σπουδή περίσσια την παλάμη του αριστερού χεριού και μετά καρφώνουν ματιά στο απέραντο πουθενά, βλέποντας λες κινηματόγραφο και πρώτα με άναρθρες κραυγούλες κι αργότερα με  τακτοποιημένη εκφορά του λόγου και απ το υπερπέραν λες δοσμένη, σου πετάνε ρήματα για  φτασμένα και τέρμινα….

 «Μοίρες! Μοίρες! Μοίρεεεεςςς…!»

Συνέχιζε η κατσιβέλα κατηφορίζοντας το κεντρικό δρόμο της Βαγγελίστρας του Λυκοχωριού, συνεχίζοντας το λίκνισμα στην κλαρωτή της φούστα και στην φαρδιά λευκή της πουκαμίσα, που άμα την πρόσεχες λίγο περσότερο, πιο καθαρή και αξεγάριαστη και από το κανονικό θα σού καμε, μα ήταν που ο ήλιος είχε ξεκινήσει να γέρνει στο βάθος, εκεί στα δυτικά της πόλης πίσω από του Παρνασσού τη βουνοκορφή και αυτή η έλλειψη από πλέριο φώς δεν τις ευνοούσε τέτοιες λεπτομέρειες στην προσοχή, αντίθετα τούτο επεδίωκε και η κατσιβέλα: να ξεφύγει από το μάτι κάθε περίεργου που θάψαχνε πανώθε της, που θα κοίταγε πιότερα από εκείνη……. Και με τούτη την ελπίδα μιας ένοχης διαφυγής συνέχισε τούτη το δρόμο της, τον κατηφορικό.

Έστρωνε στο τόσο της, και έσιαζε την καφετιά της τη μαντήλα, λίγο μπροστά εκεί, να πέφτει πιο πλούσια και προς τα κάτω από το φαρδύ της μέτωπο, κατάτι πιο πάνω από τα φρύδια…. με μια κίνηση που την έλεγες μαθές πως γίνουνταν και με αφέλεια, με χάρη, ίσως και δήθεν τυχαία ή και από συνήθειο, αλλά και που θα λεγες σε μια σκέψη δεύτερη και πιο καλά μελετημένη, πως προσπαθεί να κρύψει τούτη και λίγο από πρόσωπο…. Και  αν κάποιος τόθελε και δινε μεγαλύτερη την προσοχή του, θα βλεπε πως σαν πήγαινε μια πιο βιαστικά και μια πιο αργά ετούτη, ειδικά μετά που κοίταγε  αυτό το ρολόι της πόλης –και το κανε συχνά αυτό το κοίταγμα στου ρολογιού τους δείκτες, σαν λες από τη μια να χαν φτερά τα πόδια της, να βιάζονταν να φτάσει κάπου με λαχτάρα, αλλά από την άλλη, σαν κοίταγε την ώρα το μετάνιωνε λες και αποφάσιζε να αργοπορήσει ή να το αναβάλλει κιόλας… παράξενο τούτο το θηλυκό στ αλήθεια (!), μα ποιός να δώσει σημασία στις κατσιβέλες, άσε που άμα τους μπείς στο μάτι, άμα τους δώσεις θάρρητα, κολλιτσίδες επάνω σου ετούτες για να σου πουν τη μοίρα, να βγάλουν καμιά δεκάρα, να ξενομαζέψουν κανά αβγό …. Και αν τις έμπαζες και στο νοικοκυριό σου μέσα!!! Ε, τότε την έκανες την προκοπή απ την αετονύχα γιούφτησα! Όλο και κάτι θα  σού κλεβε χρειαζούμενο ή μη! Κλεπτομανής αυτή η φάρα, και σε καλό δεν θα τό χε να φύγει από το σπίτι σου με άδεια χέρια… ούλα και ούλα!

Οπότε και οι δυο – τρεις, που την στραταντάμωσαν τούτην την κατσιβέλα, γύρισαν στ αλλού τα μάτια (ένας τους δε και την πλάτη ουλάκερη, προκειμένου να ξεκόψει κάθε θάρρητα) και κάναν πως ήταν απασχολημένοι όλοι με δουλειές σημαντικές, απ αυτές που απαιτούν προσήλωση και προσοχή επιστημοσύνης! Βέβαια! –η μια νοικοκυρά, που κάθονταν στην αυλή της εκιά μπροστά είχε βαλθεί να ξύνει το στρίφωμα της ποδιάς, ενώ μια άλλη παρακεί τράβαγε ώρα τώρα ανέβα κατέβα το μαγγανοπήγαδο….

Αλλά αυτή, η κατσιβέλα μας, συνέχαγε απτόητη μια τον κατήφορο για την κεντρική πλατεία –την αγορά της πόλης, και δυο λαλώντας το εμπόρευμα: τις Μοίρες!

Και κει μέτρα πριν βγει για τα καλά στο κέντρο της πόλης, αυτή έστριψε το δρόμο της, τον πήρε αριστερά και φάνηκε τώρα, πως τον είχε τον σκοπό της για τη Μητρόπολη η γιούφτησα, πράμα διόλου περίεργο γιατί και οι γιούφτοι την έχουν την πίστη τους, ειδικά δε με την  Παναγιά τη Μεγαλόχαρη! Μεγάλη αδυναμία! Ίσως πήγαινε ετούτη για το κερί της, ανοιχτή θα ταν η εκκλησιά μετά του εσπερινού την ώρα! Μα όχι τούτη η φύτρα η νομαδική, είχε αλλού τους σκοπούς και τα θέλητά της. Δεν ανέβηκε τα σκαλιά της εκκλησιάς, μα έστριψε και τράβηξε να βγει από το πίσω μέρος του ναού, εκεί παραπέρα από τα χαμόσπιτα τα δύο, τα πρώτα, πριν πάρει κανείς την ανηφόρα για του Ζαγαρά τη γειτονιά.

«Μοίρες! Μοίρες! Μοίρεεεεςςς…!»

Μα τούτη τη βολά σα να ψιλοέσπασε η φωνή της, σα να κανε λυγμό!

Και το βήμα κοντοστάθηκε λες για λίγο, πριν συνεχίσει πάλι να κατευθύνεται το θηλυκό κορμί προς το ζευγάρι, που καθόταν σε αγκαλιά, μισοκρυμμένο στου απογιόματος της σκιά εκεί κάτω από το μεγάλο κυπαρίσσι…

«Μοίρες! Μοίρες! Μοίρεεεεςςς…!»

Φώναξε η Πολυμία προσπαθώντας να κρατήσει την κάθε της ψυχραιμία, να παίξει καλά τον ρόλο της, να πλησιάσει πιο κοντά σ αυτό το ζευγαράκι, που η στάση του τό δειχνε πως το χε το παράνομό του!

Ήθελε τούτη να σιγουρευτεί πως ήταν αυτός εκεί που αγκαλιάζουνταν με το ξένο θηλυκό, ο δικός της άντρας, ο Δημητράκης της

«Μοίρες! Μοίρες! Μοίρεεεεςςς…!»

Και με το άκουσμα της παραποιημένης της φωνής, της επιτηδευμένης γύφτικης πήραν θάρρος τα πόδια της από μόνα τους και πλησίασαν πιότερο: «Μοίρες βρε παλικάρι! Έλα και συ κοπέλα μ΄, δόσε μου μαθές τη χέρα σου, να σε είπω αν τούτος είναι ο τυχερός σου! Έλα να σε χαρώ, έλα κοπέλαμ όμορφη….»

Και έτσι περπάτησε ακόμα και πιο κοντά, να σιγουρευτεί να μην λαθέψει, μα δεν χρειάστηκε στα αλήθεια πιότερο, γιατί βγήκε απ τις σκιές ο Δημητράκης της -αφήνοντας τη χήρα, πίσω μόνη της, κρατώντας στάση επιθετική να την προγκήξει την ενοχλητική τσιγγάνα! Και έτσι όπως ξάκρισε αυτός από της σκιάς το πέπλο, τον είδε καθαρά η Πολυμία και τις έφυγε η κάθε αμφιβολία - μαζί και η κάθε ελπίδα, πως είναι ψέμα η υποψία της για την άσχημη απάτη του αντρός της. Και όπως ο Δημητράκης πλησίαζε την δύστυχη την κατσιβέλα διώχνοντας και βγάζοντας φωνή, σήκωσε και χέρι σε σήμα απειλητικό –ενοχλημένο αρσενικό στον οίστρο πάνω!! και βρήκε αυτή την ευκαιρία και έστριψε τ ανάποδα το σώμα και έκρυψε πιότερο το πρόσωπο και απομακρύνθηκε το δήθεν φοβισμένη από του άντρα της την  άδικη επίθεση ……….

«Μοίρες! Μοίρες! Μοίρεεεεςςς…!»  Διαλαλούσε η Πολυμία κλαίγοντας τη δύστυχή της μοίρα: που της το φέρε και τούτο το κακό στην στράτα της ζωής της, το ξενοπήδημα του αντρός της!

 Έσκυψε το κεφάλι η τσιγγάνα και ανηφόρισε το δρόμο πίσω πάλι….

 «Μοίρεεεεεεςςςςςςς……» φώναξε για τελευταία φορά η Πολεμία και έβγαλε μαντήλα από το κεφάλι.

Η παράσταση τελείωσε για σήμερα ………


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ [Η νησιώτισσα]