ΤΑΣΩ


ΤΑΣΩ

[Ο Κύκλος της Αγάπης]

Η μικρότερη από όλες τους…. και η πιο μόνη… φευγάτες οι μεγαλύτερες οι αδελφάδες,  δοσμένες στη δική τους πλέον οικογένεια η κάθε μία ή στα ξένα η πρωτότοκη ή όπου για την κάθε μια η Μοίρα ….

Η μικρότερη από όλες τους, η πιο εγκαταλειμμένη, στο πρόωρο χαμό της μάνας Πολυμίας: ένα τόσο παιδί ακόμα, που την στερήθηκε πρόωρα αγκαλιά και φίλημα αυτή της, πιότερο απ ούλες…

Αυτή το θηλυκό το ανώριμο, το άγουρο ήταν, που έπρεπε τώρα -μιας και φευγάτη με τον γάμο της η αγαπημένη της η Λούκα, να κρατάει αυταρχικό πατέρα και δουλειές και σπίτι  στα παιδικά χεράκια!

Αυτή ήτα, που μαζί με τη μάνα δεν γνώρισε και το σκολειό, τα γράμματα και τους φίλους, το παιγνίδι το παιδικό…

Η Τασώ όμως, που της έμοιαζε της μάνας στο καλοσυνάτο πρόσωπο περσότερο από όλες, που φερνε το βάρος στο όνομα της Αναστασίας της ηρωίδας νησιώτισσας, που κρυβε αόρατα στα μέσα της, την καρδιά της σπλαχνικής Σοφίας της Σουλιώτισσας!

Η Τασώ που στο αποφασιστικό της Σμαρούλας, έμενε παιδί απορημένο τούτη ….

Στο αγέρωχο της Λούκας, απέμενε κορίτσι δίχως ανάστημα αυτή …..

Στο ερωτεύσιμο της Σπυριδούλας, παρέμενε μικρό και άγουρο πλάσμα, ξεφτέρουγο πουλί ….

Η που τα στερήθηκε όλα για όλα και μονάχη της έμεινε να δώσει πιότερα και να διαχειρίζεται τα όσα: συμβάντα, σκέψεις, γεγονότα.. αντιμέτωπη απέναντι σε χαμό μάνας και γιαγιάς (τόσο αγαπημένες και οι δυό τους στο παιδικό της καρδιοχτύπι), φευγάτες οι αδερφάδες…

Όπου και αν γυρνούσαν τα παιδικά της μάτια η έλλειψη ένα γύρω και πιότερο η αθωότητα η παιδική, που πρεπε να σπαταληθεί σε άλογες ενήλικες ευθύνες …..

Και όσο και αν γέμιζαν οι μέρες με δουλειές και αγγαρείες, άδεια παρέμενε απ αγάπη και χαρά η παιδική καρδούλα…. Για στη λέξη ορφάνια, ο καθείς δίνει τη δική του σημασία, μα σ αυτή τη λέξη, η μικρή Τασώ βίωνε την έλλειψη από χάδι, φιλί και αγκαλιά!

Και με την έλλειψη αυτή το πάλεψε το κάθε μέρα και έφτασε να μεγαλώσει τούτη, πολεμώντας κάθε πρωί, μεσημέρι, βράδυ με το αίσθημα λειψό.

Και ήταν αυτή η ανάγκη στο κενό της αγάπης, που ανάγκασε και  έσπρωξε τη Μοίρα και της έφερε στη στράτα, παλικάρι γνωστικό και όμορφο: τον Πέτρο της. Ερωτεύτηκαν τα δύο: σε έρωτα βαθύ και όμορφο, τον έρωτα αυτό που όλα τα κορτσόπουλα ονειρεύονται για τα ίδια, έρωτας απλός και μεγαλειώδης συνάμα, όχι σαν και αυτούς που γράφουν στα βιβλία αλλά τους άλλους! Από εκείνους που σε δένουν στη ζωή και σε κρατούν θεριεμένο να παλέψεις να αγωνιστείς, σκεφτόμενος για δύο, ενεργώντας για δύο, καταρρίπτοντας το εγώ, κορυφώνοντας στο εμείς. Και κει μες στην αγκαλιά του Πετρή βρήκε η Τασώ, αυτήν την αγάπη πούλειπε απ τη ζήση της, που την στερήθηκε από παιδί μικρό. Και στην μισή της πατρική οικογένεια, θέλησε τούτη να κάνει μια δική της ολοκληρωμένη, άρτια και πλέρια και ας ήξερε, από τα όσα τα μικρά της μάτια είχαν στα τώρα δεί πώς «είναι σκληρά τα κουφέτα»!

Έτσι, μεγάλωσε αρκετά η κόρη στο πέρασμα του χρόνου και όπως το χει ο Μεγαλοδύναμος ορμηνευμένο να κάνουν τα πλάσματα της κτήσης του όλα, ήλθε και ερωτεύτηκε το δικό της Πέτρο.  

Συννέφιασε ο πατριάρχης. Από τέσσερις, μια του είχε μείνει κόρη, το αποκούμπι του!

Είχε και αυτός τα δικά του ακάλυπτα και παραπονεμένα του κενά, που άφησε ο χαμός της Πολεμίας και το φευγιό της πεθεράς Αναστασίας.  Ένα του χε μείνει το θηλυκό στο σπιτικό. Για το αποσπόρι του –όταν θα ταν ο καιρός, τον ήθελε το γαμπρό από σπίτι άξιο και φροντισμένο, από οικογένεια καλή με όνομα και τρόπο οικονομικό! Και ήταν η οικογένεια του νέου του επίδοξου γαμπρού, φτωχική, απλή ….. Αμαχητί δεν θα πεφτε και τούτο το καστέλο!

Την έκλεισε την Τασώ, στο σπίτι μέσα! Και έφαγε ξύλο η κόρη… ξύλο πολύ, με ασκό και με τσουβάλι!

Όξω να βγεί αδύνατο, μη τύχει και συναντήσει τον Πετρή της και ας ήταν ο νέος τούτος στρατευμένο νιάτο: φύλαγε τα σκουτιά σου για να χεις τα μισά! Φοβόταν το φυλλοκάρδι του άμοιρου, για το χε καλά αργασμένο στο πετσί του απ τα παθήματα που πλήγωσαν το αυταρχικό και τη δική του περηφάνια από Σμαρούλα και Σπυριδούλα –για τη Λούκα ούτε λέξη! και όσα του κάμαν και κέρδισαν αυτές τις δικές τους νίκες, τανάντια της θέλησης και διαταγής του! είναι πονηρό το θηλυκό το γένος!

Και όσο η οικογένεια του Πέτρου –οικογένεια καλή και μαζεμένη, φροντισμένη, νοικοκυραίοι άνθρωποι και ας έλεγε άλλα το τσερβέλο του Δημητράκη! του κάναν κρούσεις για να μαλακώσουν το σκληρό του χαρακτήρα και να μην περιορίζει την κόρη αλλά να δεχτεί το γάμος τους και να τον ευλογήσει ο πατριάρχης το ζευγάρι, ανένδοτος αυτός, αμετακίνητος και με την φοβέρα στο στόμα: θα φτάσει στης χωροφυλακής την πόρτα, να τους καταδώσει όλους για αποπλάνηση ανηλίκου (στα δεκάξι της ακόμη η Τασώ!). Και αν έστρεψε αυτή το πρόσωπο της να βρει το παρηγόριο στη μεγαλύτερη αδελφή και σύμμαχό της την αγαπημένη Λούκα, και από εκεί κλειστή βρήκε την πόρτα! Φοβόταν μαθές η Λούκα, η αγέρωχη, και άλλους καβγάδες με τον πατέρα?! Είχε τα δικά της άτεκνα βάσανα και το δύσκολο θυμικό ταντρός της?! Ίσως όλα μαζί και ακόμα και άλλα που δεν τα βάνει ο νους στα τώρα…..

Βοήθεια από πουθενά, όπως και να χει!

Το πήρε απόφαση και τούτη και μια και δυό βρήκε τον τρόπο της και τόσκασε από το πατρικό το σπίτι και κίνησε για του Πετρή τη μάνα. Την κυρά – Δήμητρα, την αρχόντισσα στο δέμας, με την στοργική καρδιά που τα μεγάλωνε με σύνεση και μόχθο αυτή και ο Γιάννης της, ούλα τα παιδιά τους –αγόρια και κορίτσια, γιατί ήταν μεγάλη αυτή η φαμίλια και τα στόματα τα πολλά θέλουν βάσανα και αγάπη ναρθουν να χορτάσουν τα στομάχια και να γεμίσουν οι καρδιές! Ανέβηκε η Τασώ τις σκάλες από το πατρικό το σπίτι του Πετρή της και την θώρησε η πεθερά της από το παραθύρι της κουζίνας και άνοιξε με βιάση και ανησυχία την  πόρτα του σπιτιού της στην μελλοντική της νύφη, γιατί είδε τα πρησμένα κόκκινα μάτια του θηλυκού και το μωλωπισμένο μούτρο και την ένοιωσε την απόγνωση της Τασώς, κατάλαβε αυτή τα όσα είχε περασμένα το κορίτσι. Και το πήρε απόφαση η αρχόντισσα γυναίκα: από σήμερα η Τασώ, θα ταν μια από τη δικές της κόρες, μία από την δική της οικογένεια και όποιος την είχε την αντίρρηση θα χε με αυτήν να κάνει!

Ώρα εσπερίνη τον βρήκε το Δημητράκη, στο σπίτι άδειο, κενό από παρουσία κόρης και το εννόησε πως του τοχαν πάλι σκάσει τα θηλυκά τερτίπια, φώναξε τη Λούκα και τον άντρα της και τόκαναν μαζί το συμβούλιο το οικογενειακό: που πήγε το θηλυκό και πού να ναι χαμένο! Τρία μυαλά πάντα καλύτερα από ένα! Μα υπήρχαν πίσω από αυτούς άλλες διάνοιες ταχύτερες –αυτές της Δήμητρας και της Τασώς! Το χτύπημα στην πόρτα τους έφερε το νέο με μία κοινή των οικογενειών τους φίλη, πως είναι η Τασώ τώρα στο πατρικό σπίτι του Πέτρου και αν θέλουν να δούν την κόρη, να το χουν καλά στο μυαλό τους, πως αυτή τώρα τον έχει τον αρραβώνα της με το δικό τους παλικάρι και πως αν θέλουν να την δούν, θα πρέπει να διαβούν το δικό τους κατώφλι και να αντικρύσουν νύφη λογοδοσμένη και όχι κόρη δαρμένη.

Έτσι κίνησε με νεύρα βρίζοντας, να πάρει το παιδί του πίσω ο Δημητράκης! κατηφορίζοντας του Λυκοχωριού το δρόμο, φθάνοντας στο σπίτι του καινούριου του γαμπρού του φαντάρου Πέτρου. Και στάθηκαν στο χτύπημα της ξώθυρας απέναντι τους δύο αναμετρώμενοι, καρσί: η  Δήμητρα και ο Δημητράης. Και ήταν λες η σύγκριση ετούτη άνιση, χαμένη. Τον κοίταξε η αρχόντισσα υψώνοντας το φρύδι, με το βλέμμα το επικριτικό και του ζήτησε το λόγο πώς άντρας αυτός ολάκερος τολμά και χτυπά μικρή γυναίκα!? Και αν αυτός φοβέρες δίνει για χωροφυλακές και ανήλικα, αυτή απ τη μεριά της έτοιμη είναι να κάνει λόγο για ξυλοδαρμό της νύφης της στου δικαστή την έδρα! Στόμωσε ο Δημητράκης σε λόγο και θάρρος, έσκυψε το κεφάλι και αποχώρησε.

Έτσι έριξε την κάθε του αντίσταση και δέχθηκε το γάμο. Και αυτή του την απόφαση ως το τέλος της ζωής του –πολλά χρόνια μετά, ποτέ του δεν τη μετάνιωσε, γιατί από όλους τους γαμπρούς καλύτερα του στάθηκε σε όλα ο Πετρής του και τόλεγε και το μολογούσε, χωρίς ντροπή –αυτός ο περήφανος! γιατί τα λάθη όταν αναγνωρίζονται και λέγονται, από σφάλματα γίνονται νίκες!

Και έτσι έδωσε δικό της πόλεμο, η Τασώ –μάχες να το πώ άδικο δεν θα χω, και τον κέρδισε τον αγαπημένο της καρδιάς της και στάθηκε σύζυγος και μάνα σε δύο βλαστάρια –δυο τέκνα σερνικά, και κατοπινά στην στερναγαπημένη κόρη: μα τούτη ήλθε αργότερα!

Και αν έκανε ωστόσο άντρα, γάμο και παιδιά, εκεί στα κατάβαθά της μέσα, ένοιωθε ένα μικρό κενό, ένα κάτι που γύρευε μια πλήρωση, μια άλλου είδους ανικανοποίητη ανάγκη, χωρίς μορφή ακόμα, χωρίς λόγο… σαν τον σπόρο, τον αδικημένο, πούπεσε στο άνυδρο το χώμα και στέκει μονάκριβός του, διψασμένος για το πρωτοβρόχι να βλαστήσει….

Ήταν τότε που, στα μικράτα των δύο της γιών, μια μέρα θέλησε και ετούτη να ξεσκάσει και να ανταποκριθεί σε κάλεσμα φίλης αγαπημένης! Στο σπίτι της φιλενάδας λέει που θα χαν μάζωξη γειτόνισσες  και κόσμος πολύς! Θα ταν εκεί λέει και ο Παπάς και θα τους μιλούσε! Την παρεκάλεσε για τούτο η Τασώ τη Λούκα να κρατήσει τα παιδιά της, να βγει και τούτη παραέξω να ξεσκάσει, να ξεφύγει λίγο από σπίτι, άντρα και έγνοιες για παιδιά η μικρομάνα. Και έτσι έπραξε η μεγαλύτερη της αδελφή –στο άτεκνό της μέσα τα λάτρευε τα ανίψια της η Λούκα και τα βλεπε δικές της φύτρες και χαίρουνταν το ντάντεμα και το παιδικό τους κλάμα, το μωρουδιακό τους το ξέγνοιαστο το γέλιο! Και όχι μόνο το δέχτηκε να την βοηθήσει μα την προέτρεψε και πιότερο η Λούκα την Τασώ:

«Και τί να καταλάβω από τα λόγια του παπά, Λουκιώ μου, αγράμματη είμαι» είπε η μικρότερη!

«Να πάς μαθές! Και εκεί θα ξεστραβωθείς» απόκρινε η Λούκα.

Και το καμε η Τασώ. Και πήγε και κάθισε και άκουσε τον Παπά να μιλάει και να λέγει τα δικά του, αυτά που όριζαν τα δικά του γράμματα τα εκκλησιαστικά! Άκουγε η Τασώ και δε μίλαγε! μα άκουγε όχι με τα αυτιά τα ανθρώπινα αλλά με εκείνα που χουν αόρατά τους φυλαγμένα η ψυχή και η καρδιά! Ετούτα τα αυτιά που οι περσότεροι άνθρωποι τα χουμε από άγνοια καλά κλεισμένα ή ξεχασμένα. Μα που αυτηνής η δίψα για αγάπη τα έχε ορθάνοιχτα, εστιασμένα, και η χρόνια έλλειψη πού νοιωθε στα κατάβαθα της ψυχής της αναγνώρισαν με τρόπο αντανακλαστικό, μυστικιστικό θαρρείς  και κατάλαβαν, γιατί ένοιωσαν αυτά που ήθελαν να δηλώσουν. Μπορεί λέξεις, που λέγονταν να μην τις ήξερε η Τασώ, αλλά τις εννοούσε. Μπορεί νοήματα που έβγαιναν μέσα από του παπά τα λόγια, να μην τα γνώριζε η Τασώ αλλά τα ένοιωθε και τα εντύπωνε. Και έτσι σαν από θαύμα, ήλθε αυτή η μικρότερη από τις κόρες του Σιαδήμα και γνώρισε και έμαθε την πίστη και μίλησε μέσα της με αγάπη ο Θεός και για πρώτη φορά στη ζωή της, εννόησε την έλλειψη της μάνας, που πληρώθηκε στο Λόγο του Κυρίου!

Ζήτησε και έμαθε που ήταν όλα αυτά γραμμένα?! Στη Βίβλο λέει! Εκεί μες στην Καινή Διαθήκη! και έτρεξε και αγόρασε με λαχτάρα και προσμονή ετούτο το βιβλίο –το πρώτο της βιβλίο! Και το άνοιξε το απόγευμα στο παραγώνι δίπλα και μέτρησε ανεμίζοντας στα μάτια της, τις τόσες του σελίδες, λευκές καινούριες μυριστές με τα μαύρα μικρά τους τυπωμένα σημαδάκια, που στο πλήθος τους λίγα γνώριζε: και ετσι ξεκίνησε ο μεγαλύτερος αγώνας, με συλλαβισμό και με προσπάθεια να βγάλει λέξη, και από λέξη – λέξη να βάλει νόημα και όλο μαζί την έννοια της κάθε ρήσης. Και μέρα με τη μέρα καλύτερη γινόταν. Και κάθε μέρα μια σελίδα. Και όσο καλύτερη γινόταν στο διάβασμα, περσότερες σελίδες περνούσαν από τα χέρια….. και έμαθε με αυτόν τον τρόπο, απ ανάγκη, από λαχτάρα, από προσμονή και επιμονή τα γράμματα να διαβάζει! Και κει μέσα σε όλες τις αράδες, κλείνοντας και το τελευταίο φύλλο από το πρώτο της βιβλίο, κατάλαβε πως όλα σε τούτο είχαν νόημα και κεντρική ιδέα: Στην Αγάπη! Και ήλθε και έκλεισε εκείνο το κομμάτι της απορίας της για όλα, και ήλθε η μικρή της έλλειψη και πληρώθηκε στην έννοια της αγάπης και απόφαση το πήρε, πως τα πάντα άρχιζαν και τέλειωναν με την αγάπη, λέξη που τόσο θα ορμήνευε και θά φρασε ξανά και ξανά σε όλη τη ζωή της! Και όσο και αν στερήθηκε αυτή την στοργή απ΄ τους γονείς της, υπήρχε εκεί από την αρχή των πάντων, για αυτήν –και για τον κόσμο όλο, μια άλλη αγάπη μεγαλύτερη, πληρέστερη, χωρίς να ζητά αντίκρισμα, που δεν απαιτεί και που μόνο δίδεται!

Έτσι, με τούτη τη συνειδητοποίηση ξεκίνησε από το φυλοκάρδι μέσα και με κάθε χτύπο, αγώνας νέος, που βρήκε μορφή και σχήμα σε πλείστους μύριους χώρους. Αγώνας που ξεκίναγε με ψίχουλα στην αυλή για τα σπουργίτια το χειμώνα αλλά και τρόφιμα ή χρήματα κρεμασμένα σε πόρτες από οικογένειες που δεν είχαν το ψωμί! Από το νερό στα διψασμένα τα λουλούδια (πόσο τ αγαπούσε τούτα!), μέχρι το λόγο και την συντροφιά την παρήγορη στο μοναχό γερόντι! Και άλλα τόσα και τόσα, που άμα τα πεις θα χάσουν σημασία και αξία….

Και τα παιδιά! Αχ, τα παιδιά! Να μάθουν όλα γράμματα και το λόγο της αγάπης. Για τούτο τα μάζευε ούλα στο καινούριο σπιτικό, που χαν κάνει με τον δουλευταρά Πετρή της, που το μισό το σπίτι έπιανε η όμορφη η σάλα, μεγάλη σάλα, πλέρια με καναπέδες, πολυθρόνες και τις ζεστές τις μαξιλάρες, να χωράει και να κάθονται τα μικρά παιδιά να μαθαίνουν από του παπά το στόμα τα λόγια της αγάπης –κατηχητικό τις λέγανε στα τότε, τούτες τις συνάξεις και η Τασώ ξεκίνησε το πρώτο στην πόλη της Λιβαδειάς: και για τα πιτσιρίκια τους είχε κάθε φορά Σαββάτου, μετά τη μάζωξη το γλυκό τους φιλημένο, φυλαγμένο σε κομμάτια χαλβά του τηγανιού μυριστά με την κανέλλα ή και μπισκότα μαρμελάδας φράουλα και βερίκοκο ή κομμάτια ρεβανί ή ……………. ούλα αχνιστά και μυρωδάτα! Γιατί γλυκαίνεται η καρδιά, να γλυκαίνεται και το στόμα! Και μελωδίες και τραγούδια –κόρη αυτή της γλυκολαλούσας Πολεμίας, δεν υστερούσε! Σε όλες τις συγκεντρώσεις με τα πιτσιρίκια, τραγούδια και ρυθμοί, μελωδίες ένα γύρω. Γιατί σαν ευφραίνεται η καρδιά, διατάζει η χαρά το λαρύγγι και το τραγουδά το καλοκαμωμένο της!

Και αν πιστεύετε πως μεγάλωσε ετούτη η μικρή Τασώ, μόνο τα δικά της τέκνα σε σφάλμα μέγα ρίχνεστε ούλοι, γιατί στα τόσα της τα χρόνια, μεγάλωσαν μαθαίνοντας την αγάπη εκεί στο σπιτικό της μέσα, γενιές και γενιές μικρών παιδιών που θέριεψαν και μέστωσαν με αυτή την έννοια: της Αγάπης! για να ανοίξουν μετά και αυτά με την σειρά τους, τα δικά τους σπιτικά και να συνεχίσουν μόνοι τους, αυτούς τους Κύκλους!

Τους Κύκλους της αγάπης!


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

Μοίρες!

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ [Η νησιώτισσα]