ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ [μέρος 3ο]


Πέρναγαν οι μέρες και κείνη τις μετρούσε, με αγωνία, έλλειψη και προσευχή!

Νέα από το Νικηφόρο της δεν είχε, ένα μήνα τώρα. Με τη φροντίδα του παιδιού και το παρηγόριο της συννυφάδας για το νεκρό της άντρα, την κύλαγε την ώρα, βασανιστικά καρτερικά και με ελπίδα: πως κάποιος εκεί από κει επάνω από τα βουνά, κατεβαίνοντας θα τις φέρει νέα. Και έριχνε συνεχώς τα μάτια της από το παραθύρι στην είσοδο του κήπου, μήπως και κάποιος να φανεί, κάποιος από τους μπιστικούς μαντατοφόρος, που ξέρουν το μυστικό τους –ποιος είναι ο αντάρτης δηλαδή και ποιο το σπιτικό του, γιατί και αυτό φυλαγμένο τόχανε στα χρόνια κείνα, φοβούμενοι όλοι τα αντίποινα των Γερμαναράδων, και ήταν συνένοχο ούλο το χωριό σαυτήν την γνώση, εξόν από κείνους τους προδότες, τους δοσίλογους, που ο Θεός δεν τους έκανε Έλληνες αλλά τους ξέβρασε λες η γέννα τους, σ αυτόν τον τόπο τον ηρωικό, και ήταν άνθρωποι βδελύγματα, που όλοι στα μακριά τους είχαν, μήτε την καλημέρα τους δοσμένη….. Μα πιότερο το βάσανο τόχαν αυτές οι νύχτες μες στο χειμώνα, που σε κάθε ήχο ακόμα και στην πνοή τανέμου, πεταγόταν η νησιώτισσα από το κρεβάτι απάνω, αφουγκράζοντας για πατήματα ανθρώπινα, ήχους γνώριμους ή και ένα χτύπημα στην πόρτα….

Μα του κάκου, μάταια! Και έτσι γίνονταν στο κάθε μέρα και στο κάθε νύχτα…. και ο καιρός περνούσε…

Δεν είχε μεσάσει ο ήλιος, τη μέρα κείνη την ανοιξιάτικη, που βγήκε το γερμανικό περίπολο να κάνει ανακοινώσεις και την βρήκε η ώρα τούτη να περιποιείται αυτή τον πίσω κήπο, πλάι από την αλτάνα με τις πορτοκαλιές –που φρόντιζε με αγάπη στις μέρες τις ειρηνικές ο Νικηφόρος της, το μικρό λαχανόκηπο που χε φτιάξει η Αναστασία, να χει τα απαραίτητα για το φτωχό μαγείρεμα –και πώς τάφερνε βόλτα μονάχη της και με παιδί μικρό, αυτό ναι μια άλλη ιστορία! Έκανε το διάλλειμα και ακούμπησε σε μιας πορτοκαλιάς κορμό, χαϊδεύοντας ξύλα, φύλλα και ανθούς, μυρίζοντας, γιομίζοντας τα μάτια ομορφιά εκεί στης εσπερίδας την αγκάλη και ήταν της φάνηκε η αγκάλη αυτή του Νικηφόρου της! Και ένοιωσε για μια στιγμή ευτυχία και σα να ταν όλα όμορφα και αυτός κοντά της… τη ρούφηξε ετούτη τη στιγμή, νοιώθοντας ταυτόχρονα το απατηλό της, θέλοντας να την κρατήσει όσο το πιότερο μπορούσε….

Τότε ξεκίνησαν οι ντουντούκες να το λένε, να το φωνάζουν και ανασηκώθηκε και ανέβλεψε τον ουρανό, γιατί σαν από εκεί ναρχότανε η πρόσκληση των Γερμαναραίων, να μαζευτούν όλοι οι κάτοικοι στη πλατεία του χωριού σε μισή ώρα μέσα, να παραστεί το χωριό ολάκερο, να είναι εκεί…. Κανείς τους να μη λείψει!

Μούδιασε το κορμί από την αίσθηση –προμήνυμα πες το μαθές, πως κακό μεγάλο ερχότανε να τους συναντήσει όλους και κίνησε να μαζέψει τη μικρή την Πολυμία της, να την ετοιμάσει γρήγορα και να πάει να βρει πεθερά και συννυφάδα!

Και κράτησε η πεθερά τα μικρά των δύο γυναικών, σταυροκοπώμενη, κλειδώνοντας τις πόρτες και έτρεξαν αυτές –γυναίκες ανταρτών και ας ήταν η μια τους χήρα γυναίκα αντάρτη λογίζονταν ακόμα, στην πλατεία, να δουν, να ακούσουν, να μάθουν…

Όλοι εκεί οι χωριανοί, συγκεντρωμένοι, καλυμμένοι με ησυχία, δεμένοι από ακινησία, στης αναμονής τον κόμπο και οι Γερμαναραίοι μια ομάδα μικρή καρσί  τους με φωνές αλλόγλωσσες να κράζουν, να φωνάζουν μόνοι τους, δοσμένοι στο δικό τους έργο. Και έφτασε το φορτηγό το στρατιωτικό και άραξε στο πλήθος μπροστά. Έπιασε η μία συννυφάδα το χέρι της άλλης και έτρεμε η χούφτα, μετρώντας παλμούς καρδιάς.. έβγαινε φοβούμενη η ανάσα αργά, με παύσεις έχοντας χάσει ρυθμό ζωή., αγωνιώντας … Σήκωσαν το μουσαμά απ την καρότσα και άρχισαν οι στρατιώτες να αδειάζουν κορμιά από το φορτηγό, στη πλακόστρωτη πλατεία… σακιά της φάνηκαν αρχικά ετούτα της Αναστασίας, μα πάγωσε και ρίγησε η ραχοκοκαλιά της, σα το κατάλαβε το μακελειό εκείνο… τους Έλληνες αντάρτες σκοτωμένους όλους, γαζωμένους και ματωμένους από των εχθρών τα όπλα… ριγμένους εκεί χαμά τώρα. Κάτι φώναξαν οι Γερμανοί ξανά και ξανά μάταια το μετέφρασε το λαρύγγι του δοσίλογου, κανείς τους δεν μπορούσε πια να καταλάβει και αποχώρησαν αυτοί. Μουδιασμένοι μείνανε οι Έλληνες από τα κορμιά των σκοτωμένων. Μουδιασμένοι και φοβούμενοι να δούν ποιος είναι ο δικός τους, μη δώσουν και καταλάβουν οι μυστικοί προδότες ποιός αντάρτης ανήκει σε ποιά οικογένεια και γίνουν όλοι στόχοι….. και έχουν όλοι την ίδια μοίρα, με τα νεκρά κορμιά μπροστά τους!

Εκείνη μόνο αντέδρασε και τίναξε το χέρι της συννυφάδας μακριά, αυτό που την κράταγε ακινητοποιημένη… και έκανε το πρώτο βήμα! Έσπρωξε και αγκώνιασε όποιον δεν μέριασε σα βρέθηκε μπροστά της και έκανε χώρο να βγει στα ανοιχτά η νησιώτισσα, στο κέντρο της πλατείας. Στάθηκε μόνη της αυτή, γυναίκα μία, ανάμεσα σε ζωντανούς και σκοτωμένους. Με ηρεμία, με συγκέντρωση, λύγισε κορμό και με τα χέρια της γυμνά και σταθερά έπιασε το πρώτο κορμί από κάτω, το γύρισε το πρόσεξε και συνέχισε με άλλο … και άλλο … και άλλο… ώσπου τον βρήκε το Νικηφόρο της, ματωμένο, παγωμένο. Τον αγκάλιασε σα να τον ζεστάνει, σα να σιγουρευτεί ότι είναι τούτος ο άντρας που τη γέλασε την πρώτη φορά και την έκλεψε από το νησί της, που τον παντρεύτηκε, που τον συγχώρεσε, που την αγάπησε εκείνος πιότερο από κάθε τι στον κόσμο και της χάρισε παιδί και ας την γέλασε εκείνος ξανά για δεύτερη φορά: για τον έρωτα της πατρίδας.

Με κόπο σκώθηκε μαζεύοντας δυνάμεις, που δεν έμοιαζαν γυναίκας (!) και μαζί της σκώθηκε και το κορμί ταντρός της -τον υποβάσταξε λες, και ανέβλεψε τον κόσμο: «Τί κοιτάτε, ωρέ?! Μαζέψτε τους νεκρούς σας!» διέταξε με μένος! Και έσκισε το βλέμμα της, τον κόσμο όλο ένα γύρω,  κομμάτιασε η φωνή της την παγωμάρα όλων, και έτσι ξεκίνησαν όλοι -αφήνοντας στην άκρη ενδοιασμό και φόβο, να δούν μη και στην στοίβα μέσα είναι κανείς νεκρός τους, έτσι κουνήθηκε και ήλθε και η συννυφάδα της να την βοηθήσει στο δύσκολό της έργο…

Κάτω από τις πορτοκαλιές, στον πίσω κήπο απίθωσε το Νικηφόρο της, με ευλάβεια και αγάπη. Και οι δυό γυναίκες μόνες τους περιποιήθηκαν το σώμα του νεκρού τους και έσκαψαν το χώμα. Και αφού ήλθε και ο παπάς έκαναν την τελετή! εκεί στις πορτοκαλιές από κάτω, να πέφτουν τα άνθη τους να σκεπάζουν το Νικηφόρό της, να δίνουν πορτοκάλια τα κλωνάρια τους και την ανάμνηση του ήρωά της, στον κήπο ένα γύρω, κάτω από τις πορτοκαλιές! Αυτά τα δέντρα που γίναν πλέον και δικά της αγαπημένα, τα πιο λατρεμένα από όλα…….

 

Όχι πολύ καιρό μετά, το έμαθε η Αναστασία το γεγονός του αντρός της!

Ο Νικηφόρος της το χε κανονισμένο το κόλπο κατά των Γερμαναραίων, αυτός ήταν που χε καταστρώσει σχέδιο και εκτέλεση, το καρτέρι στο γερμανικό κομβόι, σε σταυροδρόμι έξω από την πόλη, γιατί είχε ιερό σκοπό: να εκπληρώσει τον όρκο πούδωκε αυτός στον νεκρό αδελφό του. Και τον έφερε το λόγο του στο πέρας. Ήπιε αυτός το αίμα του διοικητή στο σφάξιμό του επάνω, γλείφοντας το μαχαίρι που άγγιξε και μάτωσε τον εχθρικό λαιμό και ας πλήρωσε ο Νικηφόρος με την ίδια την ζωή του το πράξιμό του αυτό, καθώς τον γάζωναν των Γερμανών ταυτόματα!

 

 

 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ [Η νησιώτισσα]

Μοίρες!