ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ [παντρολογήματα μέρος 2ο]


ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ [παντρολογήματα μέρος 2ο]
Δεν ήταν μόνο η γιαγιά-Αναστασία που χε προσέξει τις ματιές του Γιώργη και της Σπυριδούλας, ήταν δυστυχώς και ο Δημητράκης. Γιατί κάτι τέτοια δεν του ξεφεύγανε του πρώην χωροφύλακα…. Μετά δε και το φιάσκο με τον αρραβώνα της Σμαρούλας, σε περιορισμό τέθηκε ούλος ο θηλυκός πληθυσμός της οικογένειας. Και πώς να ξεμυτίσει τώρα η Σπυριδούλα? Πώς να βρεθεί με το Γιώργης της, που δυό φορές την είχε πάρει την άδεια από το ναυτικό (!) –που δεν ήταν δα και πράμα εύκολο, για να την εδεί, αλλά μάταια! δεν το χαν καταφέρει!

Το μόνο που χαν καταφέρει ήταν να της δώσει την αντρέσσα για να του γράψει γράμματα… και που και αυτό δύσκολο γινότανε στο αγράμματο της Σπυριδούλας! Η μόνη που τά παιρνε τα σημάδια στο χαρτί ήταν η μικρότερη η Λούκα, που βαρέως το φέρνε η Σπυριδούλα να ζητήσει τη βοήθεια από την μικρότερη –έμοιαζε στα αρκετά της αυτή με το Δημητράκη και τον είχε για τούτον το λόγο τον φόβο της η δευτερότοκη. Αλλά με  τούτα και με κείνα, ένεκα και η ανάγκη του έρωτα, το ξεστόμισε το μυστικό και το παρακάλιο της στην Λούκα και κείνη δέχτηκε να της δώσει την χέρα βοηθείας. Και έτσι κρυφά τα βράδια, ή κατά την διάρκεια της μέρας, χωρίς κανένας να τους δεί μακριά απ΄ ανθρώπου μάτι, έγραφε η μία τα ένοχα μυστικά της άλλης στη φυλλάδα, και αφού έβαζαν και τα απαραίτητα αποξηραμένα ανθάκια μέσα στο φάκελο ταχυδρομούσανε το γράμμα. Η απάντηση βέβαια δεν ερχότανε στο σπίτι: Θεός φυλάξοι! θα το ανακάλυπτε ο Δημητράκης και θα γινότανε ο χαμός ο μαύρος. Όχι, τα γράμματα τούτα τα υποδέχονταν στο μαγαζί της στην αγορά μια μπιστικιά φίλη κομμώτρια της Σπυριδούλας, που της τάδινε μετά αφού είχε πέσει το σχετικό σύνθημα της παραλαβής του πολυπόθητου φακέλου. Βέβαια και η αλήθεια είναι πως ο Γιώργης είχε στείλει κάποια απολογητικά γράμματα στην κυρά Πολυμία, για την άσκημη συμπεριφορά, ιδίως του γαμπρού στη γιορτή της αρραβώνας, προκειμένου να διασκεδάσει φήμες και εντυπώσεις, αλλά και αυτό στο κενό έπεσε με το ξεροκέφαλο του Δημητράκη!

Μα έσπασε του διαόλου το ποδάρι και υπέπεσε στην αντίληψη του Δημητράκη, πως κάτι γένεται με την δεύτερη του κόρη, γιατί πολλά τα σούρτα φέρτα στο μαγαζί της φίλης και έβαλε αυτός τις επαφές του στην χωροφυλακή και σε ταχυδρόμο, να χουν το νού τους για ύποπτα ραβασάκια και τυχαίες συναντήσεις με ένστολα ναυτάκια αλλά από μέσα της γέλαγε η Σπυριδούλα, γιατί το χε καλά οργανωμένο το σχέδιό της και αντί να πηγαίνει αυτή συνεχώς στο μαγαζί της φίλης, πήγαινε η Σμαρούλα, που χε καρδιά καλή και χε μπει και αυτή στο κόλπο μετά και την προτροπή της Λούκας, που έξυπνο μυαλό και διπλωματικό –γνήσια σπορά του Δημητράκη τούτη, ήθελε και την μεγάλη μέσα στην κομπίνα, σκεπτόμενη και φοβούμενη μήπως και αν δεν γίνει αυτή συνένοχος τους γίνει αντίπαλος και τις καρφώσει, από ζήλεια και παράπονο… ποτέ δεν ξέρεις!

Και με όλο αυτό βρέθηκαν δοσμένες σε τούτον το μυστικό συνασπισμό, οι μισές γυναίκες της οικογένειας, γιατί έτσι πράττει το θηλυκό το γένος, στα εύκολα είναι όλες με έχθρα και ανταγωνισμό, αλλά στα δύσκολα ενώνονται και πολεμούν αντάμα τον οχτρό και πόσο μάλλον όταν ετούτο επιτάσσεται από τον έρωτα! Ε, εκεί τις πιάνει η ρομαντική τους φύση και δίνονται ολόψυχα στον πόλεμο…..  Μα αυτό που όλες τους δεν ήξευραν ήταν πως σε τούτο το συμμάχιο, είχαν υποστηριχτή και την ίδια την Αναστασία, που είχε καταλάβει τα σούρτα και τα φέρτα, τα ψου-ψου-ψου και ούλες τις ύποπτες κινήσεις και είχε μπει και αυτή στο νόημα: γιατί κάποτε είχε και αυτή υπάρξει κορίτσι νέο και ερωτοχτυπημένο (από ένστολο και αυτή, στης ιστορίας την επανάληψη) και την ήξευρε την ανάγκη του έρωτα, για το σμίξιμο με τον αγαπημένο, για τα λόγια τα όμορφα, για το φιλί…. Και έτσι από απόσταση και κρυφά την υποστήριζε την Σπυριδούλα –και ας μην ήταν αυτή η αγαπημένη της αγγόνα, όχι το ξέχωρο της το χε δοσμένο στη μικρότερη την Τασώ, ένεκα που της είχαν δώσει το δικό της όνομα, μα και που από όλες τις αγγόνες έμοιαζε αυτή πιότερο στην δική της κόρη, την Πολυμία!

Δίχως δε, καμιά τους, να το χει γνώση δύο βολές την έσωσε από το «κάψιμο» την Σπυριδούλα. Την μια δίνοντας γερό ρεγάλο στον ταχυδρόμο, να χει το στόμα του καλά κλεισμένο –γιατί ένας αυτός σε όλη την πόλη! μπορεί κάτι να καταλάβαινε από την πλεκτάνη με τα γράμματα αλλά και όταν ερχόταν γράμμα στη φιλενάδα την κομμώτρια με αυτόν τον συγκεκριμένο γραφικό χαρακτήρα, το γράμμα πρώτα να το φέρνει στα δικά της χέρια! Και εκεί δούλευε ο ατμός της κατσαρόλας και μούλιαζε το γράμμα και άνοιγε τα μυστικά του. Και διάβαζε αυτή τα γράμματα του Γιώργη, του ναυτικού, αυτά που μύριζαν θάλασσα, που μίλαγαν για έρωτα, που  κουβαλούσαν μέσα τους αφρό, κύματα, αλμύρα και όνειρα σε αύρα θαλασσινή….! Τον έκλεινε μετά τον φάκελο η γραία Αναστασία και την επομένη τον χέριζε ξανά στον ταχυδρόμο, για να βρει το γράμμα τον τελικό του προορισμό: τα χέρια της κομμώτριας και από εκεί στα κρινοδάχτυλα της Σπυριδούλας.

Την δεύτερη φορά δε, που την έσωσε, ήταν όταν το γράμμα είχε πέσει από την Σπυριδούλα (γιατί δεν τα έκρυβε αυτή πουθενά σε μέρος ή σε τόπο, αλλά πανώθε της τα κράταγε, για να τα έχει εύκαιρα να τα φιλά, αλλά και για να μην τα βρεί ποτέ κανένας) με τρόπο αυτή της τόχωσε ξανά μέσα στην τσέπη της ζακέτας!

Και όσο στένευε ο κλοιός του Δημητράκη, και το απαγορευτικό του πατριάρχη δεν έλεγε να πάρει τέλος, τόσο μεγάλωνε η απόγνωση και το ανικανοποίητο των δυό ερωτευμένων και έτσι πήραν τα δυό τους την απόφαση να  τελειώνουν μια και καλή και να ρθεί βράδυ και άνοιξης καιρό ο Γιώργης και να την κλέψει την Σπυριδούλα, γιατί ακόμη και αν του την ζητούσε την κόρη του Δημητράκη αυτός δεν θα του την έδωνε, ε! τότες και αυτός θα την έπαιρνε από μόνος του, ο Σπαρτιάτης! Και από το «Μολών Λαβέ» του πατριάρχη στο «ή τάν ή επί τάς» του ναύτη καταστρώθηκε το σχέδιο το μεγάλο! Σε γράμμα της το έδωσε το πώς, το που, το πότε. Θα έπαιρνε ετούτος άδεια και θα χε αυτοκίνητο από πριν νοικιασμένο να κάνει το ταξίδι ως της Λιβαδειάς τα μέρη, τη νύχτα θα την έπαιρνε από του σπιτιού την πόρτα, και μαζί θα φεύγανε τα δυό τους για Αθήνα, και από κεί θα βλέπανε πώς θα το στήνανε το νοικοκυριό τους …..

Με το γνωστό τον τρόπο τόμαθε το πλάνο και η Αναστασία και καρτερούσε και αδημονούσε και η ίδια τη νύχτα της κλοπής, τη νύχτα που θα πραγμάτωνε το όνειρό της η αγγόνα της να βρεθεί στην αγκαλιά του αγαπημένου και όσο καρτέραγε, σκεφτότανε και έστρωνε και αυτή τα δικά της σχέδια…. και προσευχόταν μόνο να προλάβει γιατί είχε και η γραία τα δικά της μυστικά: την γνώριζε την αρρώστια της και την ένοιωθε που προχωρούσε, αλλά δεν το χε δώσει να το πεί ακόμα σε κανέναν, δεν ήθελε να βάλει σε έγνοιες κόρη, γαμπρό και αγγόνια, γιατί μες το κουμάντο της έτσι ήθελε να φύγει, στο σπίτι της μέσα, εδώ επάνω στου Λυκοχωριού τις  παρυφές, ήσυχα και γαλήνια, δίχως γιατρούς νοσοκομεία και στεναχώριες, και τώρα δε τους τελευταίους μήνες, που υπήρχε και αυτός ο έρωτας ο πολυφερμένος, ε! να τον χάσει δεν ήθελε, μα να τον βοηθήσει, να δώσει αυτός και να στεριώσει και από έρωτας να γίνει γάμος και οικογένεια ….

Και έτσι το βράδυ του φευγιού της Σπυριδούλας, είχε φροντίσει αυτή και είχε βάλει μπροστά την γνώση και είχε από πριν καλά της φυλαγμένη, μέσα σε χαρτί ωραία και καλά διπλωμένη μια γερή πρέζα από γουδιά: αυτόν τον καρπό της παπαρούνας, όχι της κόκκινης της χαρούμενης, αλλά της άλλης της πένθιμης, της μαβιάς το σπόρο, που άμα σπάσεις την κάψα και μαζέψεις τους μικρούς μαύρους καρπούς, αποξηραμένους, τότε σου δίνει η φύση σε βράσιμο αργό και όμορφο, ηρεμιστικό  ζωμό, και σε μεγάλη δόση υπνωτικό το κάνει…. το παιρνε και η ίδια στα κρυφά για να ελαφρύνει λίγο τους πόνους της αρρώστιας και γνώριζε καλά την δράση του. Φρόντισε το λοιπόν και έριξε από το ζωμό στο φαί του Δημητράκη και της Πολυμίας –τις μικρές τις άφησε από όξω, στην τελική στο κόλπο ήταν όλες! Και έπεσε το ζεύγος σε ύπνο βαρύ και ευλογημένο, γιατί έτσι θα φευγε ανενόχλητη η Σπυριδούλα, η οποία μετά τα μεσάνυχτα νυχοπάτησε του σπιτιού τους διαδρόμους και ασωμάτωσε στην αυλή και από εκεί στο δρόμο να βρει να συναντήσει τον πρίγκιπά της η νεράιδα. Μια φόρα μόνο γύρισε την κεφαλή στα πίσω, αναβλέποντας στο σπίτι και εκεί είδε τη γιαγιά Αναστασία, να της γνέφει από το μεγάλο το μεσιανό το παραθύρι. Να της γνέφει ώρα καλή και δρόμο. Της χαμογέλασε η Σπυριδούλα καταλαβαίνοντας την έγκριση της γραίας, της χαμογέλασε διπλή φορά, την αποχαιρέτισε σηκώνοντας το χέρι και στέλνοντας φιλί και έτρεξε  στο δρόμο, σβήνοντας μορφή στην νύχτα.

Το τί έγινε την επόμενη μέρα, στο σπιτικό τους μέσα, σα διάβασαν τα όσα τους είχε η δευτερότοκη αφημένα, είναι περιττό στα λόγια, όπως και όλα τα επεισόδια, που τους είχε ο Δημητράκης σκαρωμένα! Γρήγορα και αυτά ατόνησαν και ξεχαστήκαν, στη ραγδαία επιδείνωση της  υγείας της Αναστασίας, γιατί όσο και αν δεν το ήθελε η αρρώστια της άρχισε να γίνεται φανερή και εν τέλει το μαρτύρησε το μυστικό της σε γαμπρό και κόρη, που με λύπη και κλάμα δέχτηκαν αυτά τα νέα και έτσι και αυτή εκμεταλλευόμενη η νησιώτισσα την δύσκολη στιγμή του Δημητράκη –γιατί όσο και να τρωγότανε μαζί της, την αγάπαγε αυτός την πεθερά του, τον έβαλε να ορκιστεί αυτός την ευλογία στην ένωση του Γιώργη και της Σπυριδούλας. Και έτσι ήρθε ξανά κοντά και έδεσε όλη η οικογένεια με το ζευγάρι το κλεμμένο και έτσι μπήκε ο Γιώργης επίσημα γαμπρός στης φαμίλιας την αγκάλη: με το στανιό της Αναστασίας!

Μόνο στο γάμο δεν μπόρεσε η νησιώτισσα να πάει, κατάκοιτη καθώς την είχε κρατημένη η αρρώστια στο κρεβάτι! της έδωσε όμως, μετά την τελετή, ζεστό φιλί η Σπυριδούλα και στο στόμα μέσα ένα λευκό κουφέτο! Και είχε αυτό τη γεύση την ωραιότερη στη γλώσσα της Αναστασίας. Και αν δεν το ξέρετε καιρός πια να το μάθετε: Τα κουφέτα δεν είναι πάντοτε γλυκά, αλλά  έχουν μερικές φορές τη γεύση τη θαλασσινή και φέρνουν στ αυτί ήχους, ήχους από κύματα και γλάρους σε ουρανό γαλάζιο…


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

ΠΟΛΥΜΝΙΑ