ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ (μέρος 2ο)

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ
[μέρος 2ο]




Γιόμισε ο κόρφος της πόλης με πιστολιές και ήχους, τουφεκιές και  πολυβόλα: σκίζανε οι ριπές τη νύχτα και πεδίκλωναν οι καρδιές πίσω από τα σφαλιστά πατζούρια.


Οι Γερμαναραίοι το χαν σε μεγάλο θυμό για τ΄ αντάρτικο. Και όσο και να ψάχνανε και όσο να τους αναζητούσαν αυτούς τους αντάρτες από τούτα δώ τα μέρη, να τους βάλουν σε παγάνα δεν μπορούσαν. Και στανιόναν περισσότερο ετούτοι να βρουν λύση: να τα καταφέρουνε, να χύσουν αίμα ελληνικό, αντάρτικο…


Αλλά δεν άργησαν να τους το λαλήσουνε της εποχής τους οι Εφιάλτες –οι προδότες κατεχόμενοι,  πώς γάμος και χαρές ενός από τα πρώτα παλικάρια της αντίστασης τους είχε μαζεμένους όλους, αυτές τις μέρες, στην πόλη και βρήκαν την ευκαιρία, να επιχειρήσουν και αυτοί, να μαζέψουν όσους μπορούν, να προβούν στα αντίποινα…


Πόναγε η ψυχή της Αναστασίας, που το χε κάνει σπίτι του, το βουνό ο Νικηφόρος της, που χε ανεβεί στ αντάρτικο μαζί με πολλούς από τα μέρη τούτα, αλλά ήταν και περήφανη για την απόφαση ταντρός της και όσο και αν τουτόχε το παράπονο -που την άφησε με μωρό παιδί στην αγκαλιά καί κανε γυναίκα του τη βουνοκορφή και φαμίλια τα ρουμάνια, παράπονο δεν άρθρωνε η γλώσσα της. Και θυμό ποτέ δεν κράτησε η νησιώτισσα -η μοσχοαναθρεμμένη, για τα ψέματα και τις απάτες του, πώς να κρατούσε τώρα που αυτός απόφαση το πήρε να διώξει Γερμανούς από τα χώματα τα ελληνικά (?!).


Και έτσι με όλα αυτά ήδη από το πρωί η βουνίσια αντίσταση, είχε γίνει αντάρτικο πόλεων.


_«Φύγε!» τούπε στα αυτί καθώς τον αγκάλιαζε σφιχτά, καθώς τον έκλεινε σε χέρια και σε κόρφο, να του δώσει δύναμη, να τον προστατέψει με την αγάπη της σαν θα την έπαιρνε για φυλαχτό έτουτος!


_«Φύγε τώρα που βράδιασε και δεν φαίνονται πολλά! Μόνο σκιές και απόσκια… και τράβα Νικηφόρε μου, στης Παναγιάς το δρόμο. Μάνα και αυτή, μάνα και εγώ! Θα τις ακούσει τις προσευχές μου!»


 Τον φίλησε ξανά και τον έσπρωξε στην ανοιχτή την πόρτα…. και με φιλιά και αγάπη, προσευχή και ελπίδα έκλεισε το ξώθυρο και έτρεξε μέσα να αγκαλιάσει το παιδί της… να αντλήσει από τούτο δύναμη, που δεν είχε πλέον άλλη και με τούτο το φευγιό του Νικηφόρου της…


Και άκουσε αυτός το κλείσιμο της πόρτας πίσωθέ του, και ο ήχος τούτος τα σκέπασε ούλα, και έκλεισε στο σπίτι μέσα άντρα, προστάτη και πατέρα και γινε ξανά αυτός πολεμιστής και αντάρτης και ξέχασε γυναίκα, σπίτι και παιδί, βάζοντας πατρίδα και ζωή μπροστά κινώντας μές στην νύχτα να βρεί διέξοδο για τα βουνά, να ανταμώσει με τ΄ άλλα παλικάρια, και με τον αδελφό του τον Λουκά, που χανε κάνει μαζί κουμάσι ….


Αφούγκρασε τη νύχτα και τις πιστολιές να δει από πού την έχουν τη παγάνα τους,  στημένη οι Γερμαναραίοι να πάει αυτός τανάποδα και από εκεί να δει να βρει τη διέξοδο απ την πόλη! Μα σαματάς οι ήχοι ολούθε γύρω του και μπλέξιμο μεγάλο σε φαγωμάρα πολεμική που δυνάμωνε, αντάριαζε και κοντοζύγωνε όσο περνούσε η ώρα… και τράβηξε αυτός κατά το σκοτάδι, που χε και έβλεπε μπροστά του, με ορμή και δύναμη, κοιτώντας φεγγάρι κι ουρανό και τα βουνά ευθεία να αχνοφαίνονται, σε αυτό το φώς το λίγο, κι είπε στα μέσα του και στον εαυτό του «Κατά κει τράβα άτυχε και ο Θεός μαζί σου!» και έσκυψε κορμό παλικαρίσιο να κρυφτεί τρέχοντας από σκιά σε σκιά, περνώντας από δρόμο σε στενό και από εκεί σε κήπους και αυλές …. Στο πανικό του μέσα τον είδε τον μαντρότοιχο, τον γνώρισε ετούτον, ψηλό λιθαρωμένο και κυνηγημένος από τις τουφεκιές, π΄ ακούγονταν κοντά δεξιά του-απόσταση αναπνοής, Χριστέ μου! του μίλαγε σχεδόν ο Γερμανός στο σβέρκο, με φόρα πήδηξε –σα το ζαρκάδι, στη μάντρα από πάνω και με το σάλτο προσγειώθηκε σε αυλή σπιτιού γνωστού και ιδικού και σκέφτηκε να βρει το καταφύγιο εδώ, στων συγγενών του το κατώφλι να περάσει από πίσω του η Γερμανική ομάδα και να τους βγει αυτός μετά στα νώτα και να αρχίσει να κελαηδεί και αυτουνού ταυτόματο και όσους πάρει μαζί του… και ας δώσει και αυτός τον εδικό του φόρο…. στο Θεό ούλοι θα λογοδοτήσουν.. και έκαμε να προχωρήσει μέσα στην αλτάνα και σκόνταψε αυτός σε μαλακό κορμί απάνω, πεδικλώθηκε και έπεσε μες στα σκοτάδια. Ήταν η αίσθηση στα πόδια του γνωστή και απ΄ άλλες μάχες και το κατάλαβε πως πάτησε σχεδόν επάνω σε νεκρό σώμα ανθρώπου πρόσφατα σκοτωμένου, που όμως δεν γύρισε να δει τί και ποιός (?), δεν είχε τους χρόνους του για άργητα, μα συνέχισε να προχωρά στον ξένο κήπο και το παραθύρι απ το συγγενικό το σπίτι π άνοιξε, του ανέκοψε το δρόμο «Νικηφόρε δώ, τρέχα πιότερο! Ντέ! Δώ μέσα!» και έτρεξε ο Νικηφόρος και φώλιασε στο σπίτι των γνωστών του και άφησε τη μάχη πίσω του και τα σχέδια για αντίποινα ξεχασμένα, καταφύγιο σα βρήκε στο σπίτι ξαδέλφου μακρινού……


Και έδωσε ο Θεός, τη λύπηση και το έλεος και ξημέρωσε η μέρα! Και ήταν αυτό ένα πρωινό γλυκό, από άλλους χρόνους λες, ειρηνικούς και αναπαυμένους. Και άνοιξαν Νικηφόρος και ξάδελφος την πόρτα να βγουν στην εσωτερική αυλή, ο πρώτος να συνεχίσει το σκοπό του στα βουνά, και ο δεύτερος να δεί και να μαζέψει το ξένο πτώμα από της αυλής τον χώρο….. και πάγωσαν κι οι δυό τους, καθώς σιμώσανε και αντίκρισαν αυτόν τον σκοτωμένο. Λυγίσανε τα γόνατα του Νικηφόρου, σαν έφτασε την αντοχή του στο θέαμα ετούτο. Θεέ μεγαλοδύναμε! και Παναγιά γλυκοφιλούσα!, τον είχανε σκοτωμένο τον Λουκά, ματωμένο ξαπλωμένο των Γερμανών τα βόλια, εκεί στου συγγενή τον κήπο, που τρεξε και αυτός ως φαίνεται να βρεί το καταφύγιο, νωρίτερα από τον αδελφό του.


Έσκυψε ο Νικηφόρος σε κλάματα βουβά και αντρίκια και νεκροφίλησε τον αδελφό του.


Και γιόμησαν τα χείλη του από το ομομήτριο ταλμυρό το αίμα και αντανακλαστικά έγλειψε τη σιδερόγευση η γλώσσα! την αίσθηση του αίματος, που άφηνε το αδελφικό φιλί στο δέρμα: «Σαν ήπια αίμα αδελφικό τον όρκο μου θα δώσω: το αίμα εκειού που σε φάγε ορκίζομαι να πιώ Λουκά μου! Και να ναι μέρα φωτεινή, η μέρα που θα γιομίσουν με φώς και για στερνή φορά τα μάτια του φονιά σου!».


Σκώθηκε και έδωσε αυτός μιά και σήκωσε το νεκρό κορμί στην πλάτη και κίνησε να πάρει δρόμο, μα δεν βγήκε από την πόρτα, καθώς θα το χε του καθενός ο νούς δοσμένο, αλλά πήδηξε ξανά τη μάντρα από πάνω πάλι, τραβώντας για του Ελικώνα τα βουνά! να θάψει ταδελφού του το κορμί μαζί με όλο το αντάρτικο ασκέρι! Με δόξα και τιμή που πρέπουνε στου αγωνιστή τη μνήμη.


Και όχι πολύ αργότερα τα μαθε τα νέα και η Αναστασία και έτρεξε με την Πολύμνια κρυμμένη στις φούστες της να ειδοποιήσει χήρα συννυφάδα και οικογένεια πεθερική για τον θάνατο του Λουκά. Και ήξερε το δύσκολο του ρόλου της, αυτή να φέρνει τέτοια μαντάτα μαύρα σε συγγενών αυτιά! Μα από μέσα της την είχε τουλάχιστον την κρυφή χαρά της, πως έζησε και τα κατάφερε ο Νικηφόρος της! Και από τη μιά η χαρά, από την άλλη η λύπη χτύπησε των πεθεραίων της, την πόρτα….


 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ [παντρολογήματα μέρος 2ο]

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

ΠΟΛΥΜΝΙΑ