ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ [Παντρολογήματα – Μέρος 1ο]


ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ

[Παντρολογήματα – Μέρος 1ο]

Είχε ξεσκωθεί το σπιτικό ολάκερο!

Η μάνα πέταγε από χαρά, μα και η γιαγιά  το ίδιο.

Πολύμνια και Αναστασία είχαν τους λόγους τους για να σιγοτραγουδάνε ούλη τη μέρα από τα ψες. Ακόμα και ο Δημητράκης χαμογελαστός φαινότανε. Η Λούκα και η Τασώ που χαν ριχτεί κατ εντολή του πατριάρχη στη λάτρα του σπιτιού –μικρά κορίτσια! δεν τόχαν πολυκαταλάβει, αλλά η μάνα τους ήξευρε καλά! Είχε τον καημό της αυτή και η γιαγιά η Αναστασία τη συμμεριζότανε την κόρη της: Έφτασε επιτέλους το ποθητό προξενιό για τη Σμαρούλα! Αυτή την κόρη την γλυκόλαλη και ασκημοφτιαγμένη, με την χρυσή καρδιά αλλά και το παράπονο στα γλυκοτράγουδα τα ανατολίτικα, για αυτήν ήρθαν τα μαντάτα από την προξενήτρα την κυρά-Γιαννούλα.

Ήταν λέει γαμπρός καλός και απ΄ την Αθήνα. Παλικάρι αψηλό σαν το κυπαρίσσι, άντρας κεμπάρης…. μάλαμα!. Τάξευρε ούλα η κυρά Γιαννούλα! Είχε μαθές αυτήν τον τρόπο της, τον επαγγελματικό… έκανε πρώτα τις έρευνές της, μάθαινε τα «πώς και τα γιατί» του γαμπρού και άμα αυτή έκρινε το κατάλληλο του νέου, έδινε το «εντάξει» και για την νύφη. Για τόξευρε καλά η κυρά Γιαννούλα τί σπιτικό και τί οικογένεια ήταν αυτή της Σμάρως! Τον είχε ελέγξει τον γαμπρό λοιπόν, το πίστευε αυτό η Πολυμία, και αυτό σκεφτότανε καθώς ετοίμαζε τα της κουζίνας: Ναι! Άκουσε και την προσευχή της η Παναγιά φαίνεται προχθές που χαν πάει μαζί με τη Σμαρούλα να ανάψουν τα καντήλια του Άι – Λουκά, εκεί ψηλά στην κορφή του Λυκοχωριού. Και αυτή την φορά την έκανε την προσευχή της με ζήλο περισσό η Πολυμία, γιατί πέρναγε ο καιρός και η πρωτότοκή της, της έμενε ανύπαντρη, δίχως  ταίρι, και τόξερε και η ίδια πόσο δύσκολο ήταν να παντρευτεί η άσκημή της κόρη, αλλά της μάνας η καρδιά γνώριζε την καλοσύνη που κρυβε στα κατάβαθά της η Σμαρούλα και λυπότανε για το παιδί της. Για το θεωρούσε και η ίδια άδικο μαθές τέτοιο γλυκό πλάσμα σαν το παιδί της, να μην δώσει ποτέ τη μητρική αγάπη και σε δικά του γεννήματα. Για τούτο έκανε και αυτήν την προσευχή της, δυνατά αυτή την φορά. Μπροστά στο εικόνισμα της γλυκοφιλούσας! Στην Παναγιά της εκιά μπροστά, άνοιξε το φυλλοκάρδι της –σαν το λεμονανθό στην πρώτη ηλιαχτίδα,  και έβγαλε από μέσα της παράπονο και πόνο, γιατί μάνα ήταν και η Θεογεννήτρα, θα την καταλάβαινε. Και έτσι της μίλησε γυναίκα προς γυναίκα, σαν ίση προς ίση τούτη τη βολά, και το απαίτησε αυτό για το παιδί της: να παντρευτεί και γρήγορα μάλιστα. Και τόπε το στανιό της, τούτη τη δόση δυνατά να ακουστεί και από τους Αγίους όλους. Δεν ντράπηκε, δεν την σκέφτηκε την προσευχή της, δεν την ψιθύρισε, αλλά την άπλωσε με δυνατή φωνή στο ξωκλήσι μέσα, γιατί το γνώριζε η Πολυμία, πως σαν έχεις τις απαιτήσεις σου –ακόμα και από αγίους, τις έχεις δυνατά και θαρρετά, με θάρρος γνώμης… όχι δειλά και ντροπαλά, για τους κιοτήδες κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά, άλλωστε και η Σμαρούλα της, ήταν παρόξω μαζεύοντας τα χαμομήλια. Κανείς δεν θα την άκουγε εξόν απ τους Αγίους και την Παναγιά της, την συντρόφισσά της σε χαρές και βάσανα ….. νόμιζε! γιατί γυρισμένη ως είχε την πλάτη στα ξώθυρα της εκκλησιάς, την σκιά της Σμαρούλας δεν είδε, που αργόφευγε στα όξω…

Και έτσι τώρα, όλο το σπίτι, μελίσσι πολύβουο και αναστατωμένο, από τις ετοιμασίες. Οι μεγάλες γυναίκες –γιαγιά και μάνα, στην κουζίνα για τις ετοιμασίες με τα φαγητά. Τα δυο μικρά –Τασώ και Λούκα, στη λάτρα του σπιτιού και η Σπυριδούλα και η Σμαρούλα στα μαγαζιά για να φτιαχτεί η πρωτότοκη και να μαζευτεί με το βοήθιο της δεύτερης κόρης …. όσο μπορούσε, όσο γινόταν το αδύνατο, δυνατό να γίνει!

Λέγανε λοιπόν οι γυναίκες στην ανακατωσούρα μέσα, και με την κυρά Γιαννούλα για τον καφέ (αλλά και το ρεγάλο της) φερμένη, πώς και ο κουμπάρος –φίλος του γαμπρού αυτός ήταν μορφονιός! Άντρας πεντάμορφος, ψηλός, με στέρνο και πλάτες ανοιχτές, ξανθός πρασινομάτης! Σπαρτιάτης στην καταγωγή! Του Λεωνίδα απόγονος, ασχημάντρας δεν θα γινόταν ντε! Και ναυτικός! δόκιμος ναι, αλλά ναυτικός!

Γιατί τον έχουνε οι γυναίκες τον ανταγωνισμός τους με την αλμυροκυματούσα και όταν ακούν για ναυτικούς ζηλεύουν, στανιώνουν και θέλουν να κερδίσουν αυτές τα αρσενικά από την γητεύτρα θάλασσα, ε! άκουσε και η Αναστασία για θάλασσα θυμήθηκε και το νησί της και έδωσε περσόττερη την αγάπη της και από τώρα στον κουμπάρο…..

Και έτσι κάπως, ξεσηκώθηκαν και τα κορίτσια της γειτονιάς μαθαίνοντας για το προξενιό της Σμάρως και για τον όμορφο κουμπάρο και ξερογλύφονταν και φαντάζονταν η κάθε μια και τον δικό της γάμο… με Αθηναίους …. και Σπαρτιάτες …….

Και έφτασε η μέρα η αυριανή του προξενιού ντε η ώρα! Και όλα ήταν έτοιμα και όλα συγυρισμένα! Κερασμάτα, φαγιά, πίτες, κρασί, γλυκά…. Και σπίτι έτοιμο και καθαρό, στρωμένο, παστρικό για να δεχτεί γαμπρό και ξένο κόσμο! Και ανέβαινε κείνη την ώρα από τον κήπο στο ανώι, η Σμαρούλα και από πίσω η Σπυριδούλα, και απ το χαγιάτι του ανωγιού η Πολυμία και η Αναστασία τις θωρούσαν! Σουλουπωμένη χτενισμένη και καλά ντυμένη η Σμαρούλα της, έδειχνε τώρα σαφώς καλύτερα η κόρη της… αλλά και πάλι, το χε τάσκημό της….. μα μαθές για στάσου από πίσω ερχότανε και  η δεύτερη της κόρη, η Σπυριδούλα. Παναγιά Σωτήρα! Και αυτή ντυμένη, χτενισμένη στολισμένη: Μια οπτασία! Σαν κατέβηκε η θεά από τον Όλυμπο, αυτή ντε της ομορφιάς η λογοδοσμένη, η Αφροδίτη ναι! Αυτή είναι που περπάταγε και τώρα στου κήπου της το χώμα: αυτή με τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά και τα ζαφειρένια μάτια, αυτή το ώριμο, το ερωτεύσιμο το θηλυκό στον οίστρο πάνω! Μα κρατήθηκε να περάσει πρώτα η Μαριώ να πάει στα πάνω τα δωμάτια και βούτηξε από το μπράτσο τη δεύτερη της κόρη και την τράβηξε παρακεί από το χαγιάτι πέρα και τη μάλωσε και της το απαγόρευσε να βγει στο γλέντι έξω από νωρίς! Γιατί η Λούκα και η Τασώ μικρά αυτά, τί φόβο να χεις απ αυτές (?), αλλά ετούτη η Σπυριδούλα γυναίκα έτοιμη και καλλονή φτασμένη, δεν πρέπει να την εδεί ο γαμπρός, μή και ζηλέψει, λιγουρευτεί αυτή και πει όχι στη Σμαρούλα!

Συμφώνησε και η γιαγιά Αναστασία και της τα απαγορέψανε της Σπυριδούλας! και τη στείλανε και αυτή στα δώματα πανώθε και αποχώρησε απ της αυλής τον κήπο, πειθήνια και απογοητευμένη και στις σκάλες έπεσε πάνω στη Σμαρούλα -πως απλά την πρόλαβε της φάνηκε, ωστόσο της δευτερότοκης, και μαζί ανέβηκαν τα σκαλιά οι κόρες, και οι δυό σκοτεινιασμένες: η Σπυριδούλα που δεν θάβλεπε αμέσως τον Σπαρτιανό κουμπάρο και η Σμαρούλα που τάχε ακούσει όλα…

Ήρθαν οι νέοι και κάθισαν και ανοίξανε οι συζητήσεις, για αρχή ντροπαλά και μαζεμένα, με το Δημητράκη προεξέχοντα στο γκουβέρνο της κουβέντας…. σοβαρός και μετρημένος πατριάρχης! Και οι νεαροί σεμνοί και κουμπωμένοι! Ο γαμπρός ψηλός ξερακιανός, με την ελιά στη μύτη –δεν της άρεσε της Πολυμίας ο νέος αυτός για τη Σμαρούλα την αλήθεια να την πούμε, και ο κουμπάρος πριγκιπόπουλο μες τη λευκή στολή του! Και το δώσε η ψυχή και οι μοίρες και κατέβηκε τη σκάλα και η Σπυριδούλα! Και ανταμώσανε τα βλέμματα του πρίγκηπα και της νεράιδας και ήταν αυτό που λες πως άλλαξε το φώς στο χώρο και άδειασε ο κόσμος όλος από τον πόνο και τη λύπη και έγινε μόνο χαρά και ανάσες και έρωτας… με την πρώτη μάτια… έρωτας! Και καθίσανε μετά ούλοι μαζί σε ένα τραπέζι γύρω, αφού τα βρήκε και τα συμφώνησε πατέρας και γαμπρός με προίκα και με ούλα και αφού είπε και η Σμαριώ το ναι της (αποφασισμένο ήδη το χε από το πρωί και από όλα όσα είχε κρυφακούσει, πως ότι κι αν είναι ο γαμπρός αυτή να μην τον αρνηθεί! να κάνει της μάνας το χατίρι, ας μην είναι πλέον βάρος, να παντρευτεί, να σκωθεί να φύγει και μετά θα βλεπε αυτή τί θα γινόταν, να φύγει μόνο, να φύγει…..) –η Πολυμία μόνο τρωγότανε που δεν τον ήθελε σαν τον είδε τον γαμπρό τον ξερακιανό, με το μαλλί το λιγδωμένο και με την ελιά στη μύτη και υπόμνηση έβαλε να της τα σούρει της Γιαννούλας… και έτσι ξεκίνησε το φιάσκο γλέντι και έδωσαν και πήραν τα «γειά μας» και τα «να μας ζήσουν» και χαμογέλαγε και έπινε ο γαμπρός και μάτωνε η καρδιά της Πολυμίας, χαμογέλαγε και έπινε ο γαμπρός και μάτωνε η καρδιά της Σμαρούλας, ενώ κουμπάρος και Σπυριδούλα έκλεβαν ματιές ο ένας για τον άλλον… και φούντωσε και άλλο μαθές το γλέντι και έφτασαν τα όργανα, που χε ο Δημητράκης παραγγελμένα! τραγούδια με κιθάρες και κλαρίνα και τον γνωστό Χατζή οργανοπαίχτη και δώσαν οι χοροί και πήραν και άναψαν τα αίματα σαν ξεδίπλωσε ο γαμπρός το πραγματικό του χαρακτήρα γιατί το φώναξε πως ένοιωσε αυτός προσβεβλημένος -που άφραγκος ως ήταν, δεν είχε κατοστάρικα να δώσει στους γυφταίους και τόνοιωσε ντροπή τάπλωχερο στα όργανα του Δημητράκη και επίδειξη από τους Βλαχαίους! Και ήρθε και του γύρισε του Δημητρού το μάτι και χάλασε και διέλυσε μεμιάς το γλέντι…. Έδιωξε αμέσως το γαμπρό και ζήτησε συγνώμη από τους καλεσμένους, αλλά αυτός κόρη σε άντρα άξεστο δεν σκόπευε να δώσει.

Και έτσι διαλύθηκε ο αρραβώνας της Σμαρούλας και ησύχασε, ηρέμησε η μετανοιωμένη Πολύμια. Για τη Σμαρούλα ούτε ζέστη, ούτε κρύο, γιατί να φύγει το χε πάρει απόφαση -και τόκανε ετούτη το δικό της, όπως σας το χω ξομολογημένο! Από πίσω όμως όλων τους, χαμογέλαγε η γιαγιά Αναστασία, που τον είχε δει τον έρωτα του Γιώργη και της Σπυριδούλας και ονειρευόταν ήδη η γραία τα ταξίδια της αγγονής της με τον γαμπρό της καπετάνιο, την άκουγε την θάλασσα στο αυτί της μέσα, γευόταν την αλμύρα στο λαρύγγι της, και άκουγε το κρώξιμο των γλάρων πάνω της σε ουρανό γαλάζιο……


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ [παντρολογήματα μέρος 2ο]

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

ΠΟΛΥΜΝΙΑ