ΚΥΡΑ - ΞΟΥΛΑ


ΚΥΡΑ ΞΟΥΛΑ

 

Τό βλεπε καθαρά, τα μάτια της δεν την γελούσαν.

Δεν ήταν δα και χθεσινή!

Τα ξερε καλά τούτα τα πράματα. Το βλέμμα του έτσι, όπως έπεφτε πάνω στην κόρη της, ο τρόπος του και η έντασή του…… δεν της ήταν άγνωστα.

Η κυρά Ξούλα είχε προλάβει και είχε σταματήσει εγκαίρως, πριν την θωρήσει κείνος. Τόβλεπε και το νοούσε πως ο Παναγής καλόβλεπε την Άννα. Μα η κόρη της ήταν μικρή και σίγουρα όχι για το γούστο του.

Γι αυτό η κυρά Ξούλα ήταν ανένδοτη. Δεν θα την έδινε την μοσχαναθρεμμένη της σε όποιον και όποιον. Ούλα κι ούλα. Η μικρή καθώς φαινόταν θα γινόταν καλή νοικοκυρά και άξια στην ρόκα. Και το σώμα καθώς μεγάλωνε το δείχνε το καρπερό και το γόνιμο της: με τη φαρδιά του τη λεκάνη και τους έντονους γοφούς, τα μεστωμένα σχεδόν από τώρα στήθη…… α πα πα πα, και ήταν και από καλή οικογένεια, όχι! Ετούτη ήταν φτιαγμένη και μεγαλωμένη για δυνατό στην τσέπη βοσκαριά, για μεγαλοτσοπαναραίο με πολλά ζωντανά, με κονάκια και υποστατικά!!

Συνέχιζε να γνέθει μαλλί με τη ρόκα και να κοιτάζει από τη γωνιά της τον Παναγή στο καφενέ στην πλατεία κάτω από τον πλάτανο να γλυκοκοιτάζει την Άννα που γέμιζε το σταμνί με νερό και τον πόθο στην καρδιά του νέου……

«Μα για στάσ΄ μαρή» σκέφτηκε παρολίγο φωναχτά η Ξούλα, «αυτός είναι έτοιμος να της μιλήσει» και όπως πετάχτηκε αυτόματα η σκέψη από το μυαλό της πετάχτηκε και το σώμα της από τη γωνία με τη ρόκα παραμάσχαλα και ανά χείρας την τουλούπα με το μαλλί, έτσι όπως είχε βγει στη γύρα για να μάθει τα νέα της γειτονιάς.

Η άγρια ματιά πούριξε και το κοφτό καλημέρα πούπε παγώσανε ολόκληρο τον Παναγή!  Του πρότεινε και δήθεν τυχαία, ανέμελα –απειλητικά ωστόσο, το σουβλί της ρόκας….. Η τρίχα του σηκώθηκε του έρμου από το φόβο! Κατάλαβε το μήνυμα: «Θα σε σουβλίσω έρμε μου!» σα να τούλεγε! Πήρε και αυτή την κόρη της σιγοψιθυρίζοντας από τη βρύση και ξεμάκρηναν και έμεινε ο Παναγής μονάχος του κάτω από το πλατάνι να προσπαθεί να βρει ηρεμία και παρηγοριά εκεί στην σκιά από κάτω και να σκέφτεται πώς όσο και να το θέλει γυναίκες σαν την Άννα δεν καταλήγουν ποτέ ταίρια με άντρες σαν τον ίδιο. Γιατί όσο και αν την παραφύλαγε όσο και αν την ακολουθούσε, αυτή ούτε μια φορά δεν του χε χαρίσει μια ματιά…. Πόσο μάλλον ένα χαμόγελο: και αν είναι φειδωλό το βλέμμα, τί περιμένεις από τα χείλη, Παναγιώτη?! Και όσο έκαιγε ο έρωτας του Παναγιώτη για την Άννα, τόσο φούντωνε και η θέληση της κυρά Ξούλας να βρεί καλό γαμπρό η κόρη της και όχι βοσκαριά μεροκαματιάρη σαν και του λόγου του! Το καταλάβαινε και αυτό ο Παναγιώτης και το δικαιολογούσε και της Άννας και της Ξούλας και του Θεού Έρωτα που του σκασε τέτοιο παιχνίδι!

 

*********

Άρχισε να μαζεύει τα ρούχα και να τα στοιχίζει σε ντάνες! Θα τα μετέφερνε σιγά – σιγά και με το βοήθειο της Άννας στην άκρη της κρεβατοκάμαρας, εκεί στην δεξιά γωνιά για να στοιχίσουνε τον γκίκο! Μαζευόσαντε τα ρούχα τα καλοκαιρινά σιγά σιγά, φθινοπώριαζε ο Θεός τον χρόνο για τα καλά πια!  Έπρεπε τώρα να βγουν τα βαριά ρούχα, να αεριστούν στον τελευταίο ήλιο, και να τακτοποιηθούν σε εύκολη βολή για το ξεχειμώνιασμα!

Ούλα καλά και τακτοποιημένα τα ήθελε η κυρά Ξούλα και έτσι τα καμε τα πάντα, με αγάπη και φροντίδα. Όπως και τα παιδιά της με αγάπη και φροντίδα τα μεγάλωνε…. Μα μετά από αυτό το κακό που βρήκε την κόρη της το καλοκαίρι, δεν ήξερε και ίδια τι να κάνει με το θηλυκό βλαστό της: είχε αγριέψει το κορίτσι της μετά το βιασμό της, και όσο και να περίμενε κανείς ετούτο να φοβάται και να σκιάζεται, λιοντάρι του βουνού, μια λύκαινα σωστή γινόταν τούτη και σήκωνε ανάστημα και στήλωνε τα πόδια μπροστά σε κάθε αρσενικό.

Και ήξερε η Ξούλα πως φέρσιμο τέτοιο μόνο μπελάδες μπορεί να φέρει σε κορίτσι που σιμώνει ηλικία παντρειάς. Γιατί προσπάθησε και τα κατάφερε η μάνα να μην μάθει κανείς για τη συμφορά που βρήκε την κόρη της –νύχτα την κουβάλησε υποβασταζόμενη στο σπίτι και φρόντισε να μπει στο χωριό από μονοπάτια άλλα, μακριά απ ανθρώπου μάτι, γιατί όσο και αν την έπλυνε την κόρη με δάκρυα και νερό απ τα ρυάκια, τα είχε αυτή τα αίματά πάνω της και το βλέμμα τζαμωμένο. Και πώς παντρεύεις κόρη, με την παρθενιά της χαλασμένη?! Και με φέρσιμο σαν το δικό της….. Μαύρισε η καρδιά της Ξούλας, πούκανε όνειρα για καλοπαντρολογήματα και γλέντια….. Σα να τόπαιρνε απόφαση και αυτή σιγά σιγά και άρχισε να βλέπει ίσως και άλλη λύση αυτή για την κόρη της, ίσως ακόμη και το μοναστήρι  ….

Τις σκέψεις της διέκοψε, το χτύπημα της πόρτας, σταθερό και επίμονο, αντρικό χτύπημα σκέφτηκε αυτή και απόρησε ποιός να ναι καθώς άντρα και γιό τους είχε ακόμα στα βουνά με τα κοπάδια να ξεκαλοκαιριάσουν. Κοντοζύγωνε και αυτών η ώρα να γυρίσουν πίσω να μαζευτούν στα χειμαδιά. Μα αυτές τις σκέψεις σκώθηκε και ζύγωσε την πόρτα και απέσυρε το μάνταλο. Άνοιξε την θύρα και αντίκρισε τον Παναγιώτη, να της βαστά παραγγελιές και πεσκιέσια που χε η ίδια ορμηνέψει να της δοθούν και της τάφερνε τώρα ο παραγιός!

Και μαζί και με τον Παναγή και τα πεσκιέσια φώτιζε στο νου της Ξούλας και η καινούρια ιδέα… «πόσο χαζή ήμανε» σκέφτηκε η κλώστρα και άστραψε το μάτι της στην θωριά του Παναγή….

Άντε τώρα να τα μαγειρέψεις  σκέφτηκε εκείνη κλείνοντας ξωπίσω της την πόρτα και τον Παναγή να μένει στήλη άλατος στο φέρσιμο της κυρά Ξούλας αυτό το αλλόκοτο ντε! που τάνοιξε την πόρτα, άστραψε το πρόσωπό της και χωρίς να πάρει τίποτε από τα γεμάτα χέρια του, τούκλεισε αφηρημένη θες κατάφατσα την πόρτα… παράξενο!

«Άντε τώρα να τα μαγερέψεις εύμορφα, που τον απόδιωχνες τον παραγιό! Γιατί μαθές και τί τούλειπε του Παναγή (?) και ωραίο και καλό παιδί τανε (!), και δουλευτάρας από τς πρώτους! Και δικός τους άνθρωπος, μαρή, μπιστικός χρόνια στη δούλεψη τους βοσκαριάς, όχι, όχι ….. ναι! ο Παναγής, είναι ότι πρέπει ταίριασμα για την Αννούλα»

Αυτά κλωθογύρναγε στο μυαλό της η κυρά Ξούλα και με τις γύρες του μυαλού έφερνε και γύρω στη ρόκα, κλώθωντας και γνέθοντας ταυτόχρονα… και λύση δεν έβρισκε και την βασάνισε για μέρες αυτό το πράμα. Το πώς δηλαδή να παντρέψει κόρη εύκολα με τον Παναγή, χωρίς τα μούτρα της να μην πέσουν χάμω. Να μην πατήσει αυτή περηφάνια και όνομα της οικογένειας και του γυρέψει γάμο για λογαριασμό της κόρης της, που του το χε κομμένο αυτουνού κάθε δικαίωμα για τη θυγατέρα της! Και με τούτα και με κείνα αυτό που της φάνηκε και τελικά το πιο λογικό, ε αυτό και έκανε: Μάγια!

Και μάλιστα απόρησε και η ίδια (!) πώς δεν σκέφτηκε από την αρχή, τη λύση αυτή τη λογική στο μπέρδεμα της παντρειάς της κόρης: Μάγια!

Και μια και δυό και το κανόνισε και έκανε μιας μέρας δρόμο να κατέβει ετούτη στην πρωτεύουσα για να δει το μάγιστρο που ξερε πως κάνει αυτός δουλειές καλές και παστρικές, πράγματα σίγουρα και εξακριβωμένα: γιατί πώς θαρρείς και πήρε η Παγώνα της Κάντραινας, άντρα κυπαρισσάτο, παλικάρι στιβαρό με δούλεψη στεκούμενη(?!), με τη λειψή ομορφάδα της ή με τάφαντα λεφτά της! Τα χε και τα ξέρα ούλα η κυρά Ξούλα, τα μάθαινε ταπόκρυφα του καθενός στη γύρα που φερνε στη ρούγα με τη ρόκα και τ΄ αδράχτι….

Να βρει αντρέσσα και όνομα του μαγίστρου δύσκολο δεν ήταν…..

Και ύστερα από όλα τούτα, ήλθε και την βρήκε μεσάνυχτο Πρωτομαγιού στο τρίστρατο όπως της το χε ο μάγος της ορμηνευμένο, να λέει τα λόγια τα μαγικά και να πετάει λιθαράκια μια από εκεί που βγαίνει ο ήλιος και μια από εκεί δύει εκείνος, και να τρίβει στα χέρια με τους κάλους της, τη φρεσκοκομμένη Λουίζα, να βγάλει αυτή ζωμό, να πετύχει το γύτεμα και ξανά μανά το ξόρκι και όλο τούτο τρεις νύχτες πήγαινε σερί και με το φόβο μην την δει τανθρώπου μάτι και γίνει ρεζίλι, ένεκα όμως η ανάγκη και η αγάπη για την κόρη της τη χαλασμένη….. και όλα γίνηκαν, σωστά και καθαρά, όπως ήξερε και όπως πάντα το κανε.. η κυρά Ξούλα!

 

Μάρτυς της ο Θεός! και όσο αυτά τα δυό –Θεός ντε και ξόρκια, μαζί δεν κάνουν, κι όμως την τρίτη μέρα, ήλθε ο Παναγής και χτύπησε ξανά την πόρτα, δειλά αυτή τη φορά και φοβισμένα … αλλά τη ζήτησε την Αννούλα της. Και είχε και ο κύρης τους τον γυρισμό του πρόσφατο –δασκαλεμένος όμως από την ραδιούργα  Ξούλα, το πε αυτός το ναι, αμέσως! Και όσο για την Αννούλα για πρώτη φορά εδώ και καιρό, δεν τα στήλωσε τα κανιά της, αντίθεση δεν έφερε στο θέλημα των ιδικών της, το μόνο που απαίτησε και αυτό από τον Παναγιώτη, ήταν να φύγουν απ εκεί, απ το χωριό, να πάν να ξεκινήσουν σπίτι αλλού, σ άλλη πόλη. Της τόταξε και αυτός και της το υποσχέθηκε μες την μεγάλη του χαρά. Άλλωστε στην Άννα του, χατήρι ποτέ δε θα χαλνούσε! Και όπως χαμογέλαγε ευχαριστημένος ο Παναγιώτης, κανένας δε κατάλαβε την πονηράδα αυτή του νέου, που χε καταλάβει την απελπισιά της Ξούλας και το αδιέξοδο της κόρης –μαθημένο το χε το χωριό το μυστικό βιασμό της Άννας, γιατί τα μάτια στα χωριά είναι πολλά και τα στόματα περσότερα, αλλά από ντροπή τα πράγματα αυτά δεν λέγονται στ ανοιχτά, μαθές και δε μιλιούνται αλλά κουκουλεύονται! Και έτσι είπε και αυτός να δοκιμάσει την τύχη του και να κάνει το απονενοημένο: ναρθεί αντιμέτωπος με την Ξούλα και τη μυτερή της ρόκα και να ζητήσει όσο μπορούσε θαρρετά την Αννιώ, και που ξέρεις, με τον Θεό αντάμα και την τόλμη, ίσως και να τα κατάφερνε….. ε και διάνα πέτυχε ο παραγιός!

Και όσοι στο μέλλον -σα φύγαν οι νεόνυμφοι από το χωριό, γελάσαν με τον Παναγή που δεν την πήρε τη γυναίκα του παρθένα, οι περισσότεροι καταλάβαιναν και θαύμαζαν τον έρωτα που της είχε κείνος, ίσως δε μερικές νιές από το χωριό να την ζηλεύαν κιόλας την Αννούλα!

Μα τον περισσότερο χορτασμό στην ψυχή από όλους τον είχε η κυρά Ξούλα,, που όλα γίνηκαν σωστά και καθαρά, όπως ήξερε και όπως πάντα τόκανε.. η κυρά Ξούλα! Γιατί όλα πια περάσαν και τελέψαν, ανησυχία, στεναχώρια και έγνοιες για τη βιασμένη κόρη…..

Για μια στιγμή μονάχα της ήρθε εκεί στο νου εικονισμένο το χαμόγελο του Παναγιώτη αλλά και αυτό την προσπέρασε…. και πήγε στα καλιά του….



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

Μοίρες!

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ [Η νησιώτισσα]