ΠΟΛΥΜΝΙΑ


ΠΟΛΥΜΝΙΑ

Ξεμάκραινε το καμιόνι και μαζί μ αυτό και οι δυνάμεις της. Τόβλεπε να σβήνει στην στροφή  και θα λιποθυμήσει έλεγες, θα πέσει χάμω, θα γίνει ένα με τη σκόνη και τις πέτρες… Η απελπισία την κυρίευσε και τι να κάνει τώρα? Πώς να κινηθεί? Ήθελε να βγάλει κρώξο η φωνή, να αλυχτήσει για τούτο τάδικο ξανά! Να αρχίσει να βλαστημά, που αδικήθηκε και που της πήρανε τον άντρα. Μα όχι! Να κρατηθεί έπρεπε, να διατηρήσει λογικά και ψυχραιμία. Πρώτα να σκεφτεί για τα παιδιά! Αυτά θα τα φροντίσει η μάνα! θα δώσει χείρα βοηθείας και η Σμαρούλα με τις μικρότερες! Και το μαγαζί μαθές όλες μαζί θα το κρατήσουν! Ναι! αυτή έπρεπε να βοηθήσει, να συντρέξει στο Δημητράκη!

Και με αυτή την σκέψη τα πόδια της πήραν φτερά! Να μάθει ήθελε πού τους πάει το φορτηγό! Κινήθηκε προς το τμήμα της χωροφυλακής να κάνει ερωτήσεις, να δει, να πιάσει κόσμο «Κουράγιο Μήτσο» σκέφτηκε! και έπαιρνε και η ίδια θάρρος….

*****

Καθόταν δα κει χαμά, στην άκρη του καρόδρομου,  σιμά στην πόρτα εξόδου της φυλακής. Εκεί στο λίγο που έβλεπε ο ήλιος σ αυτή την πλευρά του δρόμου, να της χτυπά το πρόσωπο λιγάκι να ζεσταίνεται. Και αν δεν είχε αυτό το βλέμμα το αγέρωχο, ζητιάνα θα την είχες. Τέταρτη μέρα σήμερα εκεί καθισμένη, περίμενε να βγει ο Δημητράκης. Δε μπορεί! Θα βγει! Της τόπανε. Και στο τμήμα της Λιβαδειάς αλλά και στην πρωτεύουσα, που έτρεξε πρώτη μέρα κιόλας, της το εγγυήθηκαν ο Βοιωτός υπουργός αλλά και ο διευθυντής των φυλακών Αμφίσσης,  όταν ανέβηκε αργότερα αυτή στις φυλακές! Και είναι άνθρωποι σοβαροί αυτοί της εξουσίας! Μα και άνθρωποι της πολιτικής και της ψευτιάς -και ας πήρε και τις λίρες που του χωσε δειλά στα χέρια η Πολύμνια στην τελική τους χειραψία (τόκα συμφωνίας ας το πείς μαυτόν τον υπουργό!), παρά την αμφιβολία της λογικής, εκείνη μέσα της τόνοιωθε, τόξευρε θα βγει ο Δημητράκης! Τέταρτη μέρα σήμερα! περίμενε εδώ! Χαμά! Ένοιωθε σάρκα και κλειδώσεις  να πιάνονται να διαμαρτύρονται από την ακινησία και την υγρασία! Εκείνη ρούπι δεν κουνούσε! Χωρίς τον άντρα της εκείνη πίσω στα παιδιά της δε γυρνούσε. Και συλλογιζότανε πως γίνηκε αυτό το λάθος και χαρακτηρίστηκε ο άντρας της «αντιφρονούντας», αδύνατο, το δικό της ταίρι -πρώην χωροφύλακας, κομμουνιστής (?) αυτό δεν γινόταν! Από ζήλια γείτονας λέει, του κόλλησε τη ρετσινιά και πήγε να τον καταδώσει και να τί δρόμο πήραν τώρα τα πράγματα…..

Και άκουγε τις φωνές! Και τα χτυπήματα! Μεγαλόχαρη!!! Ως εδώ έξω ακούγονταν ούλοι οι βασανισμοί! Με τι καρδιά δέρνει άνθρωπος συνάνθρωπο και αδελφό για πολιτικά φρονήματα και δοξασίες? Μεγαλόχαρη!! Αν είναι δυνατό, ζώα γινήκαμε ούλοι! Θεριά ανήμερα και απόκοτα! Ξεκίναγε απ το πρωί το μαρτύριο των φυλακισμένων μέσα, αλλά και της ίδιας απόξω, και έφτανε να τελειώσει αργά το απόγευμα! Και με κάθε κραυγή βασανισμένου, λυγμός έβγαινε από το δικό της λαιμό, για τον άνθρωπο κείνο που υπέφερε εκεί μέσα. Και έδινε να καταλάβει τα αυτί, μήνα και ξεχωρίσει κραυγή ταντρός της! τζαμώνανε τα μάτια σε τούτη την προσπάθεια και αναδίπλωνε η καρδιά σε κάθε ούρλιαγμα από αλλότρια φωνή!  Έτοιμη να χάσει τα λογικά της ήταν! Τα πράγματα ημέρευαν αργά το βράδυ που παύαν οι φωνές και οι θόρυβοι απ τα ματσούκια, όπου αποκαμωμένη, χαλάρωνε τη στάση και έγερνε στις πέτρες και κοιμόταν, και ήταν ύπνος νεκρού, λες και έσβηνε ο χρόνος και μηδενιζόταν η ζωή, ξεθώριαζαν οι ελπίδες και τα όνειρα και λυνότανε στο κλάμα: εκεί στον ύπνο μέσα, γιατί στο ξύπνιο της δεν το χε να λυγίσει! να δείξει πως φοβούνταν, ποτέ! μέχρι να βγει ο Δημητράκης της!

*******

Έτριξε η αυλόπορτα απ το βάρος στους μεντεσέδες πάνω και εκείνη έγειρε το κεφάλι ζερβά να δει καλύτερα. Αυτές τις ώρες τις απογευματινές σπάνια άνοιγε η πόρτα του «σωφρονιστικού»! Μια κίνηση διέκρινε στο κατώφλι και δίπλωσε και κείνη τον κορμό να δεί καλύτερα. Έβγαινε κάποιος στον κόσμο της λευτεριάς, ήταν σίγουρη για αυτό… αλλά ένας υποβασταζόμενος! κουτσαίνοντας τον βγάζαν έξω, σακατεμένο τον είχαν τούτον… Παναγιά μητέρα (!) σκέφτηκε εκείνη, γιατί τον σημαδέψανε ετούτον τον ασπρομάλλη (?), γέρο άνθρωπο τι νάφταιξε ο κακορίζικος!?. Και ανασηκωμένη ως ήταν, ξανακάθισε. Δεν άντεχε να βλέπει και άλλη ανθρώπινη δυστυχία! Μα τι? Να διακρίνει καλύτερα! Της κουνάει το χέρι τούτος? Νεύμα της κάνει?! Τον άφησαν τον ασπροκέφαλο και κλείσανε την ξώθυρα στα νώτα. Της χαμογελά? Σηκώθηκε και μάζεψε φουστάνια η Πολεμία. Και έκανε τα βήματα που πρέπαν να μεσάσει η απόσταση ανάμεσα σε τούτη και τον ξένο. Γέρος άνθρωπος αυτός, θα θελε τη βοήθειά της. Και όσο τον σίμωνε, τόσο ξελιγωνόταν, περπάταγε και αυτός τώρα και τη ζύγωνε και φτάσανε ο ένας απέναντι στον άλλο, καρσί τα πρόσωπα των δυό τους: Το ένα –κείνου του γέρου, με μάτια κόκκινα, ταλαιπωρημένα και μαλλιά πυκνά μπερδεμένα στο άσπρο και το αίμα. Το άλλο –κείνης της δύστυχης, κλαμένο τώρα, που γνώρισε στον ασπροκέφαλο το πρόσωπο ταντρός της. Τον γέρασαν, τον άσπρισαν τον Μήτσο τα βασανιστήρια και η στεναχώρια σε λίγες μέρες μέσα! Τον αγκάλιασε αυτή γερά στα δυο της χέρια, και αν εκείνη έπρεπε να στηρίξει τον δαρμένο, εκείνος την υποβάσταξε καθώς λιγοθυμούσε ανήμπορη: Τέσσερις μέρες νηστική και ακίνητη στην γωνιά του δρόμου, δεν άντεξε πιότερο το θηλυκό!



 

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ [Η νησιώτισσα]

Μοίρες!