ΆΝΝΑ



ANNA
 Περπάταγε σταθερά και με ρυθμό. Το ρυθμό που έδινε η ρόκα και τ άδραχτι, στο γνέσιμο το νοικοκυρεμένο. Είχε βάλει καινούρια λαναρισμένη τουλούπα μαλλιού, μια μεγάλη -φιλόδοξα μεγάλη τόσο για την ηλικία της όσο και για την πρώιμη και άωρη τέχνη της στην ηλακατη, να λέμε και την αλήθεια, για να κάνει το νήμα χοντρό, να φτιάξει τα χειμωνιάτικα, τα μάλλινα στρωσίδια.  Τα χε δει όλα και τα χε δασκαλεμένα απ τη μάνα της. Και το λέγε και η ίδια με περηφάνια καθώς η μάνα της ήταν η καλύτερη στο γνέσιμο του μαλλιού. «Αράχνα» μαθές θα πρέπε να τη φωνάζουν και όχι κυρά Ξούλα, μια και έκαμαν τα χέρια της κλωστή σαν τον ιστό του εντόμου λεπτή και αέρινη, μα με αντοχή και απαλάδα!! Και έτσι και αυτή, το ίδιο λογάριαζε και για την αφεντιά της. Να λένε όλοι πόσο καλή την είχε την χέρα της στο γνέσιμο. Να πάρει και αυτή τα πενέματά της όπως η κυρά-Ξούλα, πού από τη ρόκα δεν την ξεκόλαγες σα την έπαιρνε στα παραμάσχαλα, εκεί κάτω από τον κόρφο… και  έφερνε μετά αυτή βόλτα τη ρούγα, από γειτονιά σε γειτονιά να μάθει και τα νέα του χωριού, βέβαια, αλλά μη χάσει και χρόνο απ το γνέσιμο! Θεός φυλάξοι!


Έτσι και η Άννα, περπάταγε ανεβαίνοντας την αετοράχη πάνω απ την Άμπλιανη, να πάει να μαζέψει τα βοσκήματα της οικογένειας. Αυτά τα λιγοστά που χαν αφήκει πίσω οι βοσκαριάδες, για τις άμεσες ανάγκες της οικογένειας:  το τυρί και το γάλα μαθές άντε και το κρέας αλλά σε ξεχωριστές μόνο περιπτώσεις, γιορτές και Πάσχα. Τα μεγάλα τα κοπάδια τα χαν οι τσοπαναραίοι, ψηλά στο Βελούχι, με το χοντρό χορτάρι. Το χειμώνα πια θα τα κατέβαζαν χαμηλά στα χειμαδιά. Και άμα μεγάλωνε και αυτή και άλλο -σε κανά δυό χρόνια δηλαδή στα δεκαεπτά της καλοκαίρια, θα την έπαιρνε ο πατέρας μαζί –της τοχε ταμένο. Θα κολούθαγε και αυτή το κοπάδι, να κάνει το νομαδικό της, να ξεφύγει  για λίγο και απ το χωριό, να φροντίζει και τον πατέρα ……. άντε και τον αδελφό!.


Και όλο έδινε το δρόμο προς τα ζωντανά, και όλο σκεφτόταν και ονειρευόταν, για μια στιγμή μονάχα της φάνηκε πώς μόνη της σ αυτό τον δρόμο τον ανηφορικό, δεν ήταν, μα δεν το δωσε στα σοβαρά, η ονειροπαρμένη και συνέχιζε καθώς το χε ξεκινημένο το μυαλό της στα συννεφοπατήματα.


Και με τις σκέψεις τούτες και με το πάνω κάτω από το σφοντύλι έπαιρνε ρυθμό το βάδην της και ανέβαινε τη ράχη. Γιατί αυτό ήταν το μυστικό, της τοχε μιλημένο η κυρά Ξούλα: να χεις ρυθμό, καλό και αδιάκοπο. Να συνομιλεί το πάνω-κάτω από την ηλάκατη με το τρίψιμο σε αντίχερα και δείχτη. Και να πιέζεις στα δάχτυλα το νήμα με τον ίδιο τόνο, με την ίδια δύναμη. Όχι λιγότερο, ούτε περσότερο! κάθε φορά το ίδιο και στον ίδιο ρυθμό. Έτσι θα χεις κλωστές και νήματα σωστά γερά και ομοιόμορφα…. Και  έτσι έπαιρνε αυτή με το ρυθμό το δρόμο και σα πια βρέθηκε στο μεσημεριανό στάλο των ζωντανών της κάθισε στα απόδεντρα να προλάβει την ανάσα της, να ξεκουραστεί.


Με την άκρη του ματιού της μόνο, και σαν ιδέα  την έπιασε την κίνηση εκεί στα δεξιά της, μα δεν καλόδωσε τη σημασία, χαμένη σε σκέψεις για γνεσίματα, βάψιμο μαλλιού και σχεδιάσματα καινούρια στα μάλλινα σκουτιά …… αλλά ξαφνιάστηκε και αλάφιασε ετούτη σα τόνοιωσε το ξένο χέρι να της κλείνει μύτη και στόμα….. και ένα σώμα βαρύ να γέρνει πάνω της. Σα θες να την πλακώσει, να την σκάσει…. Παναγία μου! μες το κατακαλόκαιρο, ποιός κάνει τέτοια αστεία?


Να γελάσει της ήρθε σε αυτό το χωρατό, μα το χέρι, της είχε σφαλισμένα στόμα και μύτη και η ανάσα της δυσκόλεψε και ακινητοποιημένη ως ήταν, τον ένοιωσε τον τρόμο κρύο και γλιστερό, σα φίδι πάνω σε πέτρα καλοκαιρινή να της χαϊδεύει το πετσί, να διαπερνά το κρέας της και να φτάνει στα κατάβαθα της ψυχής της.


Να φωνάξει ήθελε τη μάνα της, την κυρά-Ξούλα, τον πατέρα, το Νικολιό τον  αδελφό της.. να τρέξει άνθρωπος σε βοήθειο. Μα του κάκου, όλοι μακριά της ….και Παναγιά μου Δέσποινα, η φωνή να μην βγαίνει…. Και η ανάσα που λιγόστευε και η λιγοθυμιά να την σβήνει σιγά σιγά…. Ίσα που πρόλαβε αυτή να δει τον άντρα καθώς τη γύριζε τ ανάσκελο εκείνος, στη βολή του…. Και της φάνηκε αυτός στην ζάλη της μέσα, λίγο σαν τον θώρησε, άντρας κακάσχημος και σα δαίμονας μαύρος με κέρατα, που ρθε να της πάρει ψυχή …. και σώμα….


Και με την εντύπωση αυτή σβήσαν τα πάντα ένα γύρω της……


Από μακριά και σαν εντύπωσή εννόησε να της φωνάζουν το όνομά της.


Απ τις φωνές της μάνας της ανασηκώθηκε η συνείδησή της και άνοιξε αυτή τα μάτια, ανέβλεψε και είδε: Σκοτείνιαζε ο ουρανός την ώρα του και η κυρά Ξούλα την αγκάλιαζε και όπως χαμήλωσε το βλέμμα είδε παρακεί τη ρόκα και τ αδράχτι της κουρέλια διαλυμένα….. και η μάνα της που αγκαλιασμένη σαν την είχε, να της μαζεύει τα ρούχα, προσπαθώντας μαζί να σφουγγίσει και τα αίματα απ τα σκέλια της –τα ξορκισμένα!  αλλά να κρύψει και τη γύμνια του εφηβικού κορμιού της….. και αγκαλιάζοντας ένοιωθε την αρμύρα απ τα δάκρυα της ανασαδότρας μάνας, να της ξεπλένουν τα χώματα απ το πρόσωπο και τη θολούρα απ τη μνήμη …..να προσπαθούν να της πλύνουν την ντροπή, να σβήσουν από πάνω της αυτή τη βρώμα, να την γεννήσουν από την αρχή αγνή και καθαρή ξανά….. την πήραν και ετούτηνε τα δάκρυα και συνειδητοποίησε η παρθένα πιότερο τον βιασμό της και έτσι  έδωσε δύναμη η ψυχή και την πιο βαθειά φωνή της!  Ξύπνησε το λαρύγγι της και ούρλιαξε, σα  πριν δεν το μπορούσε, και έκρωξε και αλύχτησε, γέμισε από ζωντάνια η φωνή της ….! Και ακούστηκε ο ήχος της ένα γύρω στα ρουμάνια συρτός και απέλπιδος…. και φάνηκε αυτός στο άκουσμα  σαν το αλύχτισμα της λύκαινας που χει χαμένα τα παιδιά της και εβγήκε η μαυρόψυχη σε γύρεψης σεργιάνι ….. Και είχε αυτός ο κρώζος της απελπισία και θλίψη και απόγνωση! μα και στα κατάβαθά του δύναμη και δίψα ........ δίψα άσβεστη για ανταπόδοση…. σε όλο το αντρικό το γένος!


**********


Μ αυτό το γεγονός μεγάλωσε η Αννούλα σε μια μέρα μέσα. Και άλλαξε η ψυχή της παρασερμένη από το πληγιασμένο της το σώμα. Και έγινε αυτή από γλυκομίλητη, φωνής αντάρα και από παιδί γνωστικό και φρονησμένο, γυναίκα αυθόρμητη και αυθάδης. Και αν στην εποχή της οι γυναίκες έπρεπε να σκύβουν μάτια στο κοίταγμα τ αντρός τους… αυτή τους κοίταγε στο βλέμμα ίσια μέσα και σήκωνε ανάστημα και άνοιγε το στόμα και έβγαζε γνώμη θαρρετή και απαίτηση η αντάρτισσα. Και ήταν η στάση αυτή προκλητική για τον καιρό εκείνο μα και πρωτόφαντη που τονιζόταν πιότερο από τη θωριά της Άννας, που σα μεγάλωσε το έδωσε το μπόι ψηλό το θηλυκό κορμί της και έγινε στο δέμας γεροδεμένη ετούτη…. Νταρντονογύναικα σωστή!


Και έτσι με στάση τέτοια, πώς κατάφερε να παντρευτεί η αυθάδης, είναι μυστήριο και απόρημα μεγάλο! και δη τον Παναγιώτη, άντρα λιγομίλητο, δουλευταρά και νοικοκύρη! Ίσως τον φώτισε ο Θεός και είδε αυτός πως πίσω από τον θηλυκό ετούτο Κέρβερο κρυβόταν καλά και αχνοφαινόταν κάποιο αγνό και πληγωμένο πλάσμα, ένα μικρό κορίτσι  με όνειρα για κεντήματα και υφαντά αντί για φωνές, διαταγές και μαλώματα. Ίσως πάλι το έβρισκε καπρίτσιο τούτο όλο της γυναικός της, γιατί παρά το αντάρτικο του φερσίματος της, ήταν νοικοκυρά και χρυσοχέρα ετούτη. Και όταν οι άλλες οι γειτόνισσες την ξεκινούσανε την μέρα τους, η δικιά του αρχόντισσα την είχε κιόλας τελέψει ούλη τη δουλειά που της αναλογούσε, σε σπίτι και μαγείρεμα. Και καθόταν στην άκρη της αυλής με τη ρόκα και έπιανε ρυθμό σε γνέσιμο με το σφοντύλι: τις μόνες ώρες που έμενε αμίλητη χωρίς διαμαρτυρία, μα θαρρείς συγκεντρωμένη σε προσευχή ψυχής, σε ιεροτελεστία… και έφτιαχνε η χρυσοχέρα του, σκουτιά και κάπες μάλλινες και στρωσίδια και βελέντζες, όλα απ τα καλύτερα που χε δει του Παναγή το μάτι, ζηλευτά και φίνα, περήφανα γεννήματα των επιδέξιων χεριών της!


Και ήρθαν και ταίριαξαν παράξενα οι δυό τους και ξεκίνησαν δική τους οικογένεια σε αυτή τη μικρή άκρη της Λιβαδειάς, στην πεζούλα του Λυκοχωριού, φευγάτοι πια από του Καρπενησιού τις ράχες –κατ απαίτηση παρακαλώ ! σαν προγαμιαίος όρος θες (!?) της νύφης. Και έδωσε το σμίξιμο τους αρσενικά κυήματα: τέσσερις άντρες στην σειρά! Καμία κόρη. Για αυτό και η Αννούλα τόλεγε με παράπονο μαθές αλλά και χαριτολογώντας, που στη όμορη αυλή τις είχες ομοίως τέσσερις τις κόρες της η κυρά Πολυμία: της έκλεψε η γειτόνισσα όλο το θηλυκό το σπόρο και αυτής της έμεινε η συμφορά και η αντρίλα! Ήταν σκληρό και αστείο συνάμα το παιχνίδι αυτό της μοίρας. Όσο το εναντιωνόταν αυτή το αντρικό στοιχείο, να της δώσει ο Θεός στο σπιτικό αγόρια μόνο. Και έτσι και αυτή στα αντίποινά της μέσα, έδινε φωνή και μάλωμα στα βλαστάρια της, να τα δαμάσει, να μην της πάρουν τον αέρα, να της δείχνουν σεβασμό και φόβο, ό,τι δηλαδή πρέπει στην θηλυκή τη φύση! Γιατί όσο θεϊκή έβλεπε στα μάτια της η Άννα τη γεννητοδότρα φύση της, τόσο θεωρούσε βρώμικη και αφερέγγυα την αντρική ψυχή: και από το πάθημά της αλλά και την ιστορία της, το άδικο δεν τόχε.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ [παντρολογήματα μέρος 2ο]

ΠΟΛΥΜΝΙΑ

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....