ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ [Η νησιώτισσα]

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ
[Η νησιώτισσα]

Την είχε κουράσει το ταξίδι. Ήταν πολύωρο. Ξεκίνησαν από τ Αργοστόλι με το πλοίο της γραμμής και ήταν η θάλασσα συφοριασμένη… όλες τις προηγούμενες μέρες νηφάλια και ήμερη. Σαγήνη η ηρεμία της, που σε φώναζε να την αγκαλιάσεις να την ταξιδέψεις, να πέσεις στην αγκαλιά της και να χαθείς στον ονειρικό αφρογάλαζο κόσμο της. Μα! σήμερα την ήμερα που κείνη θάφευγε πρωί πρωί με το Νικηφόρο της για τα δικά του χώματα, να πάνε να νοίξουνε το σπιτικό τους, σήμερα η αρμυροκυμματούσα, τα χε όλα της φορτουνιασμένα. Μα θες, πειράζει? Το ταξίδι ξεκινά και πάντα τέλος έχει, και αυτή η Αναστασία την είχε την υπομονή της περισσή. Και κύμα – κύμα την έφτασαν την Πάτρα -την ήξερε την πόλη καλά και το λιμάνι της επίσης, κατέβαινε συχνά με  τη μάνα της για ψώνια, γιατί ήταν από καλή οικογένεια η Αναστασία. Το χε να το λέει το Αργοστόλι για τους Μολίνο. Νοικοκυραίοι όλοι τους. Μεγαλωμένη και φροντισμένη η κόρη Αναστασία με τρόπους ακριβούς και προσεγμένους, με την ψυχή ντυμένη με παιδεία ελληνική και ιταλική, και το κορμί με υφάσματα ακριβά και αρώματα εξεζητημένα, που πρέπουν σε αριστοκράτες. Δουλειά δεν γνώριζε τί είναι, από οικογένεια μεγαλεμπόρων, δεν χρειάστηκε ποτέ της να δώσει για κάτι κόπο. Για αυτό και ήταν ξέγνοιαστη και αθώα. Και ίσως πάλι για αυτό σαν συναντήθηκε το βλέμμα της με κείνο του φαντάρου… γοητεύτηκε ετούτη και αθώα σαν ήταν έπεσε στα δίχτυα του Νικηφόρου, και μαζί στα δίχτυα της απάτης.
Ήταν από καλή οικογένεια τους είπε αυτός, πλούσια και εύπορη, φαμίλια ακτημόνων, με την μισή Κωπαΐδα, στην κατοχή της. Χώματα γεμάτα, πλούσια που δίναν καρπό αυγατισμένο και έδινε αυτός ο πλούτος μέλλον  να δώσει να τραφεί το σόι όλο καθήμενο για χρόνια στη σειρά ….. παράς πολύς, μεγάλος…… ήταν και αθώα εποχή μαθές, ήταν και η σοβαρότητα του νέου τούτου μεγάλη και η πολιορκία του σταθερή όλο το καλοκαίρι, ε, θα το δειχνε σε λίγο το ατόπημα και η κοιλιά της ….. του τη δώσανε την Αναστασία.
Και να την τούτη τώρα με φουρό, κρινολίνο και ομπρελίνο, τυλιγμένη στα ακριβά της τα υφάσματα, να ταξιδεύει στην ηπειρωτική Ελλάδα, με προορισμό την Αττικοβοιωτία, σε μια πόλη κοντά στην Αθήνα, τη Λιβαδειά…. Δεν την είχε ξανακούσει η αλήθεια είναι, αλλά την έφτανε που το βεβαίωσε ο Νικηφόρος της, πως είναι πόλη όμορφη, με το υποστατικό τους στο κέντρο της, σπίτι δίπατο Νεοκλασικό, που την περίμενε να το διαφεντέψει, να του βάλει σειρά, τη δική της σειρά τη νησιώτικη...
Και με τις σκέψεις τούτες έκανε ο «καρβουνιάρης» την αρχή του στα χώματα τα βοιωτικά, στα έλη και στα καρπίσματα της μεγάλης Κωπαΐδας … και δίπλα ο Νικηφόρος της να της δείχνει την περιουσία της φαμίλιας, στρέμματα ως εκεί που βλέπει το μάτι και εργατιά μιλιούνι να την δουλεύει, όλοι υποτακτικοί τ αντρός της. Και χάρηκε η Αναστασία, γιατί μήτε τρόπους μήτε συνήθειες θα άλλαζε η πουπουλογεμαγαλωμένη και σκέφτονταν εκείνη μαγαζιά και επιχειρήσεις, εμπόριο και οικογένεια η κρινοδαχτυλούσα.
Νύχτα προχωρημένη την βρήκε η Λιβαδειά την Αναστασία και ξεπεζεύοντας από το τραίνο το γοβάκι της συνάντησε τη λάσπη…. Αυτή την λάσπη την κόκκινη στο χρώμα, που κόλλαγε πηλός στα ρούχα, που με τους τόνους θα έπλενε από εδώ και πέρα η Αναστασία, στα καζάνια των ξένων νοικοκυραίων. Στη λάσπη μέσα που σβήσαν και τα δικά της όνειρα για πλούτη και σπίτια δίπατα. Στην λάσπη τη βοιωτική απ όπου βγήκε το ψέμα του Νικηφόρου, που την πλάνεψε, στην ίδια λάσπη αυτή που τον έθαψε και τον ίδιο, θύμα του αντάρτικου πολέμου και την άφησε χήρα με παιδί στην αγκαλιά: βρέφος ακόμα η Πολυμία δεν γνώρισε πατέρα, μόνο καζάνια με καυτό νερό, σαπούνι και αλισίβα στα ξενοπλυσίματα, όσο βοηθούσε τη μάνα Αναστασία να βγει ο επιούσιος πέρα, γιατί στην ντροπή της η Αναστασία δεν το χε να γυρίσει στο νησί της πίσω πάλι και ταποφάσισε σε αυτόν τον τόπο που της τον έδωσε η μοίρα να συνεχίσει να πολεμάει, μεγαλώνοντας το παιδί της, ελπίζοντας η γαλανή της νάχει τύχη καλύτερη …….


*******




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

Μοίρες!