ΣΟΦΙΑ [Η Σουλιώτισσα]

ΣΟΦΙΑ
[Η Σουλιώτισσα]

Τη λέγανε Σοφία την Σουλιώτισσα, μα οι πολλοί τη φωνάζανε Καπετάνισσα, για τούτο της έπρεπε, γυναίκα αυτή του Κώστα Σιαδήμα του Καπετάνιου του Γκερτοβού –Κωσταντάκη για την ίδια και τους ιδικούς του, που χε κατασφάξει την Τουρκιά στο βιλαέτι του Αποκόρου Ρούμελης. Και είχαν φύγει τούτοι διωγμένοι από το Σούλι -την πατρίδα τους,  και καταστάλαξαν σε τούτα δω τα χώματα ολόκληρη  η φαμίλια: αυτή και ο Καπετάνιος της, τα πεθερικά της και τα αδέλφια του αντρός της. Νιόπαντροι οι δυό τους ήλθαν να δώσουν στον ήλιο τον καρπό τους σε ξένα χώματα και όχι στα άγια του Σουλιού τους. Και του χάρισε η Καπετάνισσα του Κωνσταντάκη της αγόρια τρία τον Χρήστο, το Γιάννη και το Λάμπρο και μια κόρη την Ελένη.
Και όπως το όνομα και η ιδιότητά της, έτσι και ο χαρακτήρας της: γυναίκα μυαλωμένη, γνωστικιά, περήφανη, αγέρωχη απ την ιερή της φύτρα, αντάξια ταντρός της. Και αν αυτός έπαιρνε τη δόξα για το κυνήγι των Τουρκαίων, εκείνη στα μετόπισθεν ήταν που φρόντιζε για ούλα. Παιδιά, πεθερικά, ζωντανά, χωράφια και υποστατικά. Και όσο Καπετάνιος ήταν ο Κωνσταντάκης της στον σισανέ και στο μπαρούτι, τόσο Καπετάνισσα ήταν αυτή σε όλα τα υπόλοιπα. Κάθε φορά δε, που γύρναγε το ταίρι της το μπαρουτοκαπνισμένο από τις μάχες έπρεπε να φροντίσει αυτόν (και δεν ήταν λίγες οι βολές που γύρναγε ο αφέντης της ματοβαμένος) αλλά και τα παλικάρια του –πεινασμένα και ταλαιπωρημένα και κάθε φορά λιγότερα, λειψά, χωρίς εκείνους που σκοτώθηκαν στη μάχη και τον Κλεφτοπόλεμο! Και για τούτο πόναγε η καρδιά της. Για τη μέρα που θα ξημέρωνε και θα της έφερναν κακά μαντάτα. Μα να λιγοψυχήσει η καρδιά, απαγορευμένο τόχε! Όχι, σε τούτους τους καιρούς, όχι σ αυτόν τον τόπο! Και όταν έγινε ο Καπετάνιος μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ακόμη πιότερο αυτή αναθάρρησε και φούντωσε την ελπίδα για νίκη ολική και μια Ελλάδα λεύτερη. 
Και έτσι με φόβο, ελπίδα και κάματο τη διάταζε την κάθε μέρα. Και όσο κουμούλευε αυτή αγάπη για άντρα, παιδιά και οικογένεια, τόσο μάζευε ο Καπετάνιος της τους θησαυρούς από της επιδρομές στα τούρκικα λεφούσια, στο κλέφτικο Απόκουρο. Αποταμίευε λίρες και χρυσό, διαμαντικά και ασήμι για τον αγώνα της λευτεριάς, ως μιλημένα και κανονισμένα τάχε τούτος με τον ιεραπόστολο Δαμιανό της Φιλικής απ τα Κρυονέρια της Ναυπάκτου. Γιατί η λευτεριά ήταν ο στόχος ναι! αλλά η Ελλάδα ως κράτος συσταμένο μαθές ήταν το όνειρο! και αυτό το όνειρο θα τα θελε τα φλωριά του, να τραφεί και να σταθεί, να γερέψει και να σκωθεί στα πόδια της η μάνα Ελλάδα!
Και κανείς δε, δεν το γνώριζε το τόπο του θησαυρού του. Κρυμμένο τον είχε τούτος από μάτια και από στόματα. Και ήταν λένε το χρυσάφι του βουνό συγκεντρωμένο σε σπηλιά μέσα σε ρουμάνι.  Φήμες αυτά δεν γίνονται δίχως λόγο. Για όπου υπάρχει ο καπνός υπάρχει και η φωτιά. Άλλωστε, όλοι στο Γερντοβό ξημερώματα τα είχαν δει -μετά τη μάχη στο Ζαπάντι, τα δεκαοκτώ μουλάρια που οδηγούσε τούτος με δυό πρωτοπαλίκαρα οπισθοφυλακή μονάχα. Ληγάγανε τα πόδια των ζωντανών από το φορτίο και αφρίζαν τα στόματα όχι απ τα χάμουρα και την σαγή αλλά απ΄ το βάρος και την κούραση και μέσα στα μαλάματα ετούτα υπήρχε καθώς εφαίνουνταν –φανερή στο μάτι η μισή, όχι καλά κρυμμένη μες τα πανιά, και μαλαματένια σαμαρνίτσα τίγκα στα φλωριά!
Σε μεθύσι επάνω δε και μια φορά μονάχα, τον είχε ακούει τον προικισμένο της η Καπετάνισσα, να το μολογάει «Χρυσό τον έχω μαζεμένο, μπόλικο! Να τρώγει ούλο το βιλαέτι συνεχώς, και αυτός να μην τελειώνει»!
Και δεν ήταν το πιοτί το μόνο πάθος του Κωσταντάκη της, αλλά και ο γυναικείος ο ποδόγυρος! Γιατί του τόχε καταλάβει καιρό τώρα η Σοφία,  πως γλυκοκοίταζε τη χήρα Μάκραινα και πως τον είχε τον παράνομο δεσμό του. Και όσο η γυναίκα μέσα της τρωγόταν και λύσσαγε, να ορμήσει σα την αγριογαλή να του σκίσει πρόσωπο και μάτια, τόσο η Καπετάνισσα την σταματούσε, βάζοντας πέδη και θηλιά στα ένστικτα τα γυναικεία, θυμίζοντάς της, την θέση της, το πρέπον και το δέον, το καθήκον……  και έριχνε αυτή έτσι πιότερο αγάπη στα παιδιά της, πνίγοντας εγωισμό και πόνο!
Μα σε όλα έρχεται η μαύρη ώρα, η αναπότρεπτη, η μοιροδοσμένη και έτσι ένα βράδυ, που γύρισε με άργητα εκείνος σπίτι και μύριζε το στόμα του κρασί και ο στέρνος του πομάδα θηλυκιά, δεν άντεξε η λύκαινα και τον ξεκίνησε τον καβγά, ανάψανε τα αίματα, φουντώσανε οι φωνές και διασκέλισε ο θυμός αγάπη, σύνεση και σωφροσύνη και έβγαλε αυτός όρκο μεγάλο «Όπως το χει η νύχτα τούτη η σκοτεινή,  τ΄άστρο της σβησμένο! Έτσι, όρκο βαρύ και ιερό δίνω να προσκυνήσω! Θησαυρό τεράστιο σου χα κουμουλευμένο. Επτά γενιές –παιδιών παιδιά, να χουν να αναθρέψουν, μα το τόπο τους δεν θα σ΄ τον πώ όσο ζώ! Ποτέ δεν θα τον μάθεις!»……
Και ήταν η επομένη που χάραξε, η έβδομη ημέρα του Σεπτέμβρη πού ζωσε ετούτος όλα τα άλογα και εβδομήντα παλικάρια, τα πρώτα με σαγή τα δεύτερα με τα τουφέκια και ξεκίνησε για το Μεσολόγγι όπως το χε κανονισμένο με τον Καραϊσκάκη. Δεν βγήκε η Σοφία στο κατώφλι κάτου να τον χαιρετίσει, θυμωμένη από τα ψές. Στο παραθύρι μόνο στάθηκε να τον ιδεί να ξεμακραίνει και έτσι τον σταύρωσε κρυφά από πίσω, να τον έχει ο Θεός καλά και η Παναγιά σε φύλαξη! Γιατί τον αγαπούσε τον Κωνσταντάκη της, με όσα και αν της είχε κάμει. Ήταν αυτή η τελευταία φορά που τον θωρούσε… έπεσε αυτός αργότερα στην έξοδο του Μεσολογγιού, στον κάμπο μέσα, ηρωικά μαχόμενος σώμα με σώμα, τον Τούρκο τον εχθρό και από τα εβδομήντα παλικάρια του οκτώ σωθήκαν μόνο ….. ένα τους έφερε το θλιβερό το νέο στη Καπετάνισσα. Μαυροντύθηκε και αυτή και βούτηξε στο πένθος. Στον κόσμο μπροστά δεν έκλαψε: Το κλάμα δεν πρέπει στις συζύγους των ηρώων. Το κλάμα δεν πρέπει στην ελληνική ψυχή που χάθηκε στον αγώνα πάνω, αλλά η τιμή και η υπερηφάνεια! Και αυτό έδειχνε η Καπετάνισσα σε όλο τον κόσμο ένα γύρω. Και αυτό περίμενε να κάνουν και οι άλλες γυναίκες των αντρών που χάθηκαν στην μάχη πάλι. Αυτονόητο το είχε: Να δώσουν όλες το παράδειγμα!. Στα μοναχικά της μόνο, άφηνε την θλίψη να την πάρει και να θρηνήσει αυτή, όχι τον ήρωα, την ιδέα, αλλά τον άντρα της, το σώμα, το φιλί, που χάθηκε και πάει……
Πέρασε ο καιρός και μέτρησαν οι μέρες, και τα χρόνια γίναν τρία από τον ηρωικό χαμό τ΄ αντρός της και άρχισε αυτή να γίνεται απόμακρη, χαμένη λες σε σκέψεις σκοτεινές και μαύριζαν οι κύκλοι κάτω απ τα καστανά της μάτια, σα σε ξενύχτι να δινότανε συνεχώς …. και άλλαζε η συμπεριφορά της και πεταγόταν επάνω με το παραμικρό, φοβούμενη και την ίδια την σκιά της …. Αυτή η ατρόμητη, η αγέρωχη η Καπετάνισσα, σκιαζόταν και φοβόταν με το παραμικρό (?!)Και όλο αυτό το καινούριο και παράξενο της συμπεριφοράς της, ανάγκασαν την γερόντισσα χήρα πεθερά της –Σοφία και αυτή στο όνομα, να την πλευρίσει, σα μάνα δική της όμως και σα φίλη μπιστικιά, να την αγκαλιάσει και να τη ρωτήσει, τί γίνεται και τί συμβαίνει(?). Και η νύφη της το μολόγησε, χωρίς να δευτερολογήσει, με τη μία δόση όλο αυτό το μυστικό που της συνέβαινε σε κάποια από τα βράδια! Σε κείνες τις νύχτες τις άναστρες τις μαυροντυμένες: Στο κρεβάτι πέφτει για να κοιμηθεί, καλώς και όπως κάνει πάντα! Και στον ύπνο το γλυκό μέσα κάτι την ανησυχάει, παρουσία πες το μαθές, εντύπωσή της όμως δεν είναι. Γιατί πλαγίζουν στην άκρη τα σεντόνια και αισθάνεται κορμί να πέφτει δίπλα της. Κορμί δίχως τη ζέστη της αναπνοής αλλά κρύο, ψυχρό και χέρια αόρατα να την αγγίζουν …. Να την ψάχνουν… να της γυρεύουν πράματα …… και σαν γυρνά αυτή να ανάψει λάμπα, η σκιά που μοιάζει του Κωνσταντάκη της, η παρουσία του χάνεται καπνός και πάει. Και τότε κωλοφωτιά εμφανίζεται στην θέση της! Κωλοφωτιά, που κάνει ένα γύρω το δωμάτιο και ξακρίζει,  βγαίνει από το παραθύρι και χάνεται στην νύχτα τραβώντας για το ορμάνι!
Ανατρίχιασε η γερόντισσα και σκάλωσε η φωνή της!! ήπιε νερό και νίφτηκε για να συνέλθει η έρμη, σα το κατάλαβε το γεγονός ετούτο: Απ την δοσμένη του κατάρα (γιατί τον είχε ακούσει τον καυγά και όλα τα ειπωμένα) βρουκώλιασε ο γιός της! και η ψυχή του Καπετάνιου ζητά τα αγαπημένα: Γυναίκα και συγχώρεση!
Και κάθισαν οι δυό τους Καπετάνισσα και μάνα Καπετάνιου και το συζήτησαν το θέμα, το είδαν από εδώ, το είδαν από εκεί και πήραν απόφαση, να παρακολουθήσουν την κωλοφωτιά! Να δουν για πού τραβάει αυτή μετά τις νυχτερινές της επισκέψεις! Και έτσι τόκαναν το ίδιο κιόλας βράδυ, που αστέρι δεν έφεγγε στον ουρανό, φεγγάρι μόνο χαμηλό: Κάτω από το παραθύρι της κρεβατοκάμαρας περίμενε η γερόντισσα, να ασωματώσει ο νεκρός της. Και όταν το φωτεινό σημείο πέταξε έξω από το παραθύρι, το ακολούθησε! και στο κατόπι της η Καπετάνισσα φορώντας νυχτικιά –άσπρο αερικό λες και αυτή στην σκοτεινιά της νύχτας. Και ξεμακραίνοντας φτάσαν στην άκρη του λόγγου, στα πρώτα πεύκα… και εκεί σε ένα από τα δέντρα πάνω ήλθε και στάθηκε η κωλοφωτιά και φεγγοβόλησε για λίγο και …. έσβησε χάθηκε αυτή, στο άκουσμα της φωνής του Κωσταντάκη μέσα στα αυτιά των γυναικών: «Θησαυρό τεράστιο σου χα κουμουλευμένο. Επτά γενιές –παιδιών παιδιά, να χουν να αναθρέψουν, μα το τόπο τους δεν θα σ΄ τον πώ όσο ζώ! Ποτέ δεν θα τον μάθεις!» μα τούτη τη φορά συνέχισε με λόγια και άλλα η φωνή και από κατάρα άλλαξε και έγινε ετούτη προφητεία: «Κανείς ποτέ δεν θα σε βρεί, όσο και αν σε ζητήσει! αξίνα αλλότριου χεριού, ποτέ δεν θα χρυσώσει! Μονάχα τέκνο αρσενικό, μικρό παιδί στο γένος Σιαδήμα, με μάτια χρώμα γαλανό, τον τόπο σου θα δείξει!».
Και έσβησε και αυτή η φωνή και έμεινε μονάχα το σκοτάδι και οι δυό γυναίκες αποσβολωμένες με αυτό το θάμα το εξωπραγματικό.

Ο Κωνσταντάκης δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά στο κρεββάτι της Σοφίας, ούτε και η κωλοφωτιά, τουλάχιστον όχι στους πολλούς!


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ [Η νησιώτισσα]

Μοίρες!