Λούκα


Ξημέρωνε ο Θεός τη μέρα και έπρεπε να δώσει βιάση….
Δεν θα χε τον χρόνο άπλετο, να σηκωθεί, να πλυθεί και να ετοιμάσει τη μικρότερη, μετά ό,τι προλάβει για να σιάξει  το σπιτικό, να στείλει τη μικρή σκολειό και κατοπινά στο μαγαζί για τη δουλειά.
Πρώτα από όλα όμως, η μικρή αδελφή!  αυτή της έμενε άλλωστε δεν είχε κι άλλη…
Η πρώτη απόκανε την τύχη της στα ξένα, η δεύτερη έφυγε άρον και άρον για την Αθήνα με παντρολογήματα που τη γλύτωσαν απ τα βάσανα του πατέρα και τις έγνοιες σπιτιού και μαγαζιού.
Είχαν διαφορά τέσσερα χρόνια μεταξύ τους και ήταν τα χρόνια αυτά σημαντικά. Δεκατριών η Λούκα! εννέα ετών μικρό  η Τασώ! Η μικρή την ήθελε την φροντίδα της -μάνα τώρα και αδελφή η πρώτη.
Μαζί κοιμόνταν αγκαλιά εκεί στα ίδια μαξιλάρια. Η μιά παρηγοριά της άλλης. Η γνώριμη μυρωδιά της αδελφής ημέρευε τον πόνο από τον πρόωρο χαμό της μάνας. Και ήταν πόνος βαθύς και ανήμερος που καιγε στις παιδικές ψυχές τρεις μήνες τώρα και δεν έβρισκε ικανοποίηση, μηδέ παρηγοριά….. ξεχνιόταν μόνο εκεί στα βραδινά στρωσίδια… η μια ομομήτρια  στην αγκαλιά της άλλης.
Άσχημο πράμα η ορφάνια. Θέαμα ανατριχιαστικό μικρά κορίτσια ντυμένα με μαύρα πανιά και κεφαλομάντιλα –σφιγγόταν η ψυχή σε τούτη την εικόνα: ούρλιαγμα  ήθελε να βγάλει, να πετάξει, να φτάσει στο Θεό, να τον τραντάξει αυτόν τον αλάθητο: πως τα ντεξε και τα άφησε  να γίνει αυτό το πράγμα…?. Μα που να βρεις απόκριση?!
Ίσως γι αυτό και οι δύο τους σα μέστωσαν, μεγάλωσαν και γίναν μάνες, έδιναν με πλεόνασμα την μητρική αγάπη στα παιδιά της η κάθε μία, λογίζοντας το εφήμερο της ζωής, μετρώντας το μ αυτό το βάρος: Μη κάτι τύχει και δεν προκάμουν! να αγαπήσουν τα βλαστάρια τους σήμερα διπλά, σα να μην υπάρχει αύριο!! Από φόβο μη γίνει επανάληψη ετούτο το κακό, το πρόωρο φευγιό της δικής τους μάνας …….
Με κινήσεις γρήγορες και μαθημένες σαν ήταν πια και η ίδια άνθρωπος μεγάλος και τα χε όλα καμωμένα πλείστες μύριες δόσεις, σαν αυτά τα χέρια τα παιδικά να χαν το τάλαντο εκ γενετής δοσμένο,  έβαλε γάλα στο κατσαρόλι και απείθωσε την κανάτα δίπλα, το βαλε στη φωτιά να ζεσταθεί σα σηκωθεί η μικρή ετοιμασμένο να ναι.
Οι φωνές ξεκίνησαν για άλλη μια φορά των διπλανών γειτόνων –όμορη η δική τους η  αυλή με αυτήν των Κασσαραίων! Οικογένεια του σαματά οι γείτονες και τούτη είναι η αλήθεια. Τέσσερα αρσενικά είχε η φαμίλια της Άννας και του Παναγιώτη. Και τα τέσσερα θεριεμένα, άντρες κοκόρια καψωμένα που τον καβγά τον είχαν εύκολο… και η Άννα όμως φωνακλού δε λέω…. αρνάκι μόνο ο Παναγιώτης…..
Και κει με τις φωνές και τα μουρμουρ των δίπλα, ρυθμό ζαλιστικό πήρε η φασαρία και αντάμωσε με το κόχλασμα της κατσαρόλας και έγινε όλο τούτο μελωδία γνώριμη, οικεία, ήχοι και μυρωδιές που ένωσαν όλα σε μια εικόνα!  και ήταν όλο τούτο που φέρε στο νού της, τη μάνα της και κύλισε το δάκρυ στης Λούκας τη ποδιά και ήρθε ξανά η ανάμνηση…… εκεί! αντάμα με τις φωνές των Κασσαραίων και η φωνή της δικής της μάνας, σαν τώρα να ναι, στο κουζινάκι μέσα που κάθουνταν οι δυό τους και άκουγαν με θαυμασμό και απόρριμμα το μάλωμα των δίπλα. Δεν τα ντεχε αυτά η μάνα, μεγαλωμένη ήταν αλλιώς ετούτη με τρόπους και φερσίματα άλλα, δοσμένα από την δική της μάνα τη νησιώτισα Αναστασία και δεν τα θέλε αυτά τα πράγματα για τα δικά της τέκνα.  Χωρίς να το σκεφτεί, αυτόματα σα φύση δεύτερη, μοναδική την έβγαλε στα τότε την προφητεία η φωνή της: «Όχι τέσσερις αλλά σαράντα κόρες να χα Κασσάραινα, μιά τους νύφη, ποτέ μου δεν θα σου δινα, όσο με βλέπει ο ήλιος!».
Ζαλάδα την έπιασε τη Λούκα, και γύρισε ο κόσμος όλος ένα γύρω, κοπήκανε τα πόδια του παιδιού και ήρθαν τα πάνω κάτω. Ξαπλωμένη εκεί στο κουζινάκι μέσα τη βρήκε η Τασώ, που ξύπνησε από τη μυρωδιά στο γάλα που καιγόταν… και έβαλε τα κλάματα η μικρή σα τρόμαξε απ τα αίματα της αδελφής της. Έριξε νερό στα μάγουλα, τη κούνησε από τα χέρια, την παρακάλεσε να σκωθεί αμέσως… «Μάνα» την φώναξε από λάθος, και όχι αδελφή…. και τούτη τανύστηκε και άρχισε τα μάτια της νανοίγει, να βρίσκει τις αισθήσεις της και να καταλαβαίνει: πως γίνηκε γυναίκα τούτη τώρα πια καθώς αντίκρισε τα αίματα στα παιδικά της σκέλια (μαθημένο το χε από τις μεγαλύτερες πώς «έρχονται οι Ρώσοι»!) και τρόμαξε. Μα όχι από τα αίματα, ούτε από τις φωνές της μικρής της αδελφής αλλά από τον απόηχο στα αυτιά της μέσα, με την φωνή της μάνας της που της έδειχνε το τρομερό της μέλλον: «Όχι τέσσερις αλλά σαράντα κόρες να χα, μιά τους νύφη, ποτέ μου δεν θα σου δινα, όσο με βλέπει ο ήλιος!»….. και η μάνα πια στον ήλιο δεν υπήρχε ..!
(μέρος 1ο)





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ [Η νησιώτισσα]

Μοίρες!