ΣΜΑΡΟΥΛΑ

…. γιατί αυτοί οι άνθρωποι οι μικροί, οι παραγκωνισμένοι .... αυτοί που δεν τους τό χεις .… ε ναι! αυτοί είναι που κάνουν την διαφορά!

Έτσι και η  Σμαρούλα μας,  η μεγαλύτερη από τις αδερφάδες. Η πρώτη ήταν της μάνας της. Τέσσερις τις είχε όλες και όλες τις θυγατέρες της! ‘Μία για κάθε σημάδι του ορίζοντα’ που έλεγε χαριτολογώντας και εκείνη. Και όσο νεράιδες ήταν οι μικρές σε ομορφιά, τόσο ετούτη υστερούνταν. Ψηλή σκιαχτροπλασμένη, μα γνωστική, προσγειωμένη τόξερε το δύσκολο της εμφάνισης και στην συνείδησή της βάραινε που πρώτη έπρεπε να παντρευτεί αυτή για να πάρουν την σειρά τους οι μικρότερες, να μη περιμένουν. Μα και τι! δικό της ήταν το φταίγμα (!?), και πόσο να βιαστεί να μην καθυστερούν τον Ησαΐα οι αδελφάδες? στο χέρι της το χε και δεν το κάνε?
Και τόλεγε στη μάνα, κρυφά τα βράδια εκεί στο παραγώνι που κάθονταν να ξαποστάσουν: «Μάνα, αν το χουν οι μικρότερες, ας ξεκινήσουν με τον γάμο. Εγώ θα αργήσω… Ας μην περιμένουν τούτες». Και όσο και αν προσπαθούσε να δώσει στη φωνή τόνο σοβαρό και ήρεμο, η μάνα γνώριζε πως το χε το παράπονό της καλά κρυμμένο και το λυπόταν το παιδί της! «Πώς να την παντρέψω τούτη (?)» μολόγαγε στη μπιστικιά γειτόνισσα «που χει τα χεροπόδαρα λιγνά σαν τα καλάμια και πρόσωπο τραβηγμένο, μόνο μάτια – μύτη….. τι θα την εκάνω, που ντρέπεται πια και έξω δε βγαίνει …… κάποιος να την δει μήπως και την εζητήση …..»
Και η Σμαριώ μεγάλωνε και πέρναγε την ηλικία που πρεπε και νυφικό δεν φόραγε –τα χε πατήσει πια τα είκοσι έξι και τόνοιωθε που οι αδελφάδες της την ψιλοκακιώναν….. γιατί να! η τέταρτη τον είχε ήδη το δεσμό κρυφό και ανομολόγητο -μακριά από τ΄ αυτί του πατέρα, θα την σκότωνε την δύστυχη…., και η δεύτερη, ε, και αυτή τα σκάρωνε τα πράγματα και ας μην έλεγε τίποτε στις ομοαιμές της ……..
Και έτσι της ερχόταν το παράπονο στα κεντίδια πάνω, άλλοτε στα κοφτά και άλλοτε στα εργόχειρα τ΄ αργαλειού και ξαμόλαγε τον πόνο της να βγει παρέξω και έπιανε εκείνη αθέλητα το τραγούδι… έβγαινε από μέσα της αβίαστα σαν την ανάσα.. να βρει δικαίωση… λύτρωση….
Και όση ασχήμια είχε η φάτσα της, τόσο παραδεισένια η φωνή της. Και σαν τον καλοκαίριαζε ο καιρός τον χρόνο καθόταν ετούτη στο εργόχειρο από πάνω και ξεκίναγε το παράπονο, μα όχι σαν κλάμα σα λυγμός, αλλά σαν ύμνος στον Θεό. Σα να ζητούσε αυτή συγχώρεση από τον Μέγιστο, που τα χε άσχημα φτιαγμένα τα χαρακτηριστικά της και ερχότανε και γέμιζε το χώρο η αηδονολαλούσα με το τραγούδι το θλιμμένο….., τον αμανέ στην εποχή του …. Το τεριρέμ της θλίψης της που γέμιζε την κάμαρη, ξεχείλιζε και ασωμάτωνε το παράθυρο και έπερνε τα σοκάκια του μαχαλά και ξεσήκωνε τον κόσμο όλο: «Τ΄ άστρο που βγαίνει την αυγή και το φεγγάρι μόνο, αυτά τα δύο γνωρίζουνε τον εδικό μου πόνο…» και "Ήρθε η ώρα κι η στιγμή το στόμα μου ν ανοίξω, και στην καλή παρέα μου καληνυχτιά ν αφήσω".  
Ξακρίζαν στα μπαλκόνια οι κυράδες και αφουγκράζονταν τον πόνο της Σμαρούλας. Γυναίκες και αυτές τον ήξεραν τον καημό της ασχημοφτιαγμένης. Την συμμερίζονταν δε λέω,  μα και όσο να πεις απόλαυση η φωνή της! λες και ενδόμυχα γνωρίζανε πως δεν θα παντρευτεί πότε η Σμαρούλα, μη τύχει και χάσει η γειτονιά τη διασκέδασή της. Γιατί μια για το κουτσομπολιό μια για την απόλαυση του αμανέ της, όλοι την χρειάζονταν την ανύπαντρη.
Και έτσι παίρναγε ο καιρός με τούτα και με κείνα, με πίκρα και αμανέ, και έτσι θα μέναν όλα, αν ο καυγάς δεν ξέσπαγε στο σπίτι. Σιγόβραζε από καιρό η ανάγκη για τα ζευγαρώματα, η ζήλια και η αδικία και βρήκε την αφορμή η έριδα όταν ο πατέρας της φαμίλιας αρνήθηκε το προξενιό -που στειλε με την κυρά Γιαννούλα την προξενήτρα ο γαμπρός για  τη μικρότερη από τις κόρες! Τόχε και τόλεγε η κυρά Γιαννούλα, ένα προξενιό, ένα μόνο (!) δεν της είχε χαλάσει, γιατί ήταν έξυπνη και καταφερτζού αυτή,  τάφερνε από εδώ, τάφερνε από εκεί και τα βόλευε όλα πάντα, και νάρθει βρε να της χαλάσει γάμος έτοιμος, φτιαγμένος! με τα ερωτευμένα συμφωνημένα! μόνο και μόνο γιατί είναι πρώτα η σειρά της ασχημομούρας!!
Έκλαψε πολύ η Σμαρούλα, έσπασε η παγωμάρα της και χύθηκε το δάκρυ. Φίλεψε τον πόνο μ΄ άλλο τρόπο πιο λυτρωτικό, που μούσκεψε το μαξιλάρι. Κανέναν δεν αδικούσε η ακριβοδίκαιη. Ήξερε την ανάγκη της αδελφής για γάμο, αλλά και το έθιμο του πατέρα να υπάρχει σειρά και τάξη…. και πήρε την απόφαση της, γιατί είναι αυτοί οι άνθρωποι οι μικροί, οι παραγκωνισμένοι .. αυτοί που δεν τους το χεις, ε ναι, αυτοί είναι που κάνουν την διαφορά! Βρήκε την ευκαιρία της όταν έμαθε πως ένας πλανόδιος θίασος που πέρναγε από την Κωπαΐδα, χρειαζόταν ράφτρα για τα κοστούμια στο μπουλούκι. Το χε ετούτη το βελόνι εύκολο, ήταν χρυσοχέρα. Και έτσι είδε και απόειδε τα μάζεψε τα λίγα που χε στη ντουλάπα -ένας μπόγος όλα και όλα, και έφυγε με την δουλειά.
Σημείωμα δεν άφησε κανένα, τί να πεί και τί να εξηγήσει …… Την γύρεψαν για μέρες:  στο βουνό επάνω με τα ρέματα και με τα κάρκαρα, που κορωνάρουν το Λυκοχωριό μην κάπου έπεσε και σκοτώθηκε η απελπισμένη…. στο κάμπο κάτω με τα βαμβάκια, μη πνίγηκε στον Μαυροπόταμο η ευλογημένη  ….  Πουθενά αυτή: αερικό που εξαφανίστηκε ……
Μαυροντύθηκε η δόλια μάνα και την έκλαψε την κόρη την πρωτότοκη, μα  στο μήνα πάνω -λίγο πριν τα σαράντα για να ακριβολογώ, ήλθε το τηλεγράφημα από την Κύπρο.
Καλά ήταν η Σμαρούλα και περιόδευε…...!!!
Χαρά η οικογένεια και γέλια ……. και ντροπή: η κόρη τους να γίνει θεατρίνα!! Τι και αν βρέθηκε η εξαφανισμένη, καλύτερα της το χανε για πάντα εξαφανισμένη. Και τους το μήναγε άλλωστε και αυτή, πώς θα φευγε απ τη χώρα. Θα πήγαινε για αλλού, τους έλεγε, στα πιο ξένα: «στην Αραπιά», έτσι την έλεγαν τότε την Ιορδανία.  Και εκεί στο Αμμάν ρίζωσε η Σμαριώ μας. Και λογικό το είχε ετούτη με το αμάν του αμανέ, στο Αμμάν να καταλήξει!
Στην Ελλάδα πάλι πίσω, τα ταίριαξαν αλλιώς τα πράγματα, μισή ντροπή, μισή βολή: η Σμαρούλα ήταν για όλους ζωντανή, ναι! αλλά στην Αθήνα, κλεμμένη πρώτα και τώρα παντρεμένη! Λογικό το βρήκαν! Όλοι! Και ειδικότερα οι κόρες οι μικρότερες που έπρεπε να καλοπαντρευτούνε, γιατί με μια τέτοια φήμη κακιά μες στην φαμίλια, τον γαμπρό δεν τον βλέπεις να περνάει εύκολα το κατώφλι του σπιτιού σου.
Εκεί στην Αραπιά έκανε την προκοπή της η Σμαρούλα, με πολλή δουλειά, με την αξία της και τη φωνή της. Και έγινε φίρμα μεγάλη! Η Μάρουα με το όνομα και την χρυσή φωνή!
Την έθρεψε ο ξενιτεμός, την ξαναγέννησε η δόξα και άλλαξε ετούτη. Γέμισε η σάρκα και έδωσε καμπύλες.  Άλλαξε το πρόσωπο και ντύθηκε το σώμα από ταξίδια ευρωπαϊκά. Τον είχε πια τον τρόπο της. Δυο μαγαζιά στο Αμμάν και ένα στη Βηρυτό, η προκοπή της όλη, λεφτά πολλά……..
Χρόνια πολλά μετά, κανείς δεν την γνώρισε τη Σμαρούλα, όταν έφτασε στον πάνω μαχαλά της Βαγγελίστρας, να δει ιδικούς και συγγενείς -που ο μισεμός της τους είχε τόσο λαχταρίσει.
Και πρέφα δεν θα την έπαιρνε κανείς αν εκείνο το βράδυ το πρώτο κιόλας που την είδε ξανά το πατρικό δεν ξεκίναγε εκείνη τον γνωστό της αμανέ, που κύλισε στα σοκάκια και έφτασε στην δημοσιά, που άνοιξε τα παράθυρα της γειτονιάς και κάλεσε έξω τον κόσμο, να αναπολήσει και να θυμηθεί:
Η Μάρουα είναι πάντα εδώ…..

----------------||----------------

[Για την θεία Μαρία …….
γιατί στο είχα υποσχεθεί πώς κάτι θάγραφα για εσένα και ας έφυγες και ας μην είσαι εδώ πια για να διαβάσεις …. ]



Ο αμανές της Σμαρούλας μας

Αντώνης Νταλγκάς: "Αμανές της αυγής"

https://www.youtube.com/watch?v=-TUZmDZ4bhQ

(πατήστε στον άνω σύνδεσμο)






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ [παντρολογήματα μέρος 2ο]

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

ΠΟΛΥΜΝΙΑ