ΛΟΥΚΑ (μέρος 2ο)




ΛΟΥΚΑ
[μέρος 2o]

Είναι και αυτοί οι άνθρωποι μαθές που όσο και να το πολεμάνε η μοίρα δεν τους τόχει.
Που λες πως όσο και να το προσπαθούν, όλα τα πράγματα τους είναι από πριν αποφασισμένα, που τους πρέπει μόνο να σκύβουν το κεφάλι και να υπομένουν.
Και αν ο δούλος που δίνει χέρι βοηθείας στον αφέντη του είναι άξιος της μοίρας του, τότε ο έρμος ο ραγιάς που δεν έχει επιλογές, γιατί τον στρίμωξε η ειμαρμένη σε μια γωνιά, γιατί  η τύχη του το χει βγάλει το δρομολόγιο από πριν, τί ευθύνη να του ζητήσεις;
Πώς και σε τί να τον δικαιολογήσεις όταν όλα φαίνονται αναπόδραστα……
******
Του ήταν βάρος πια οι κόρες, δύο του χαν μείνει και κάτι έπρεπε να κάνει για να τις αποκαταστήσει. Βέβαια βοηθάγανε και οι δύο με το μαγαζί -και να το παραδεχτεί ως άντρας, αυτές την κάναν όλη τη δουλειά, μαγείρεμα, σερβίρισμα στους πελάτες, πλύσιμο τα πιατικά και ούλη τη λάτρα του μαγειρειού, αλλά και πάλι, χήρος με δυό θηλυκά ήταν μεγάλο βάρος .…
Ούτως ή άλλως ο Δημητράκης την σύνταξη από το σώμα της χωροφυλακής την έπαιρνε και το μαγαζί πια περισσότερο φύρα έβγαζε …… έπρεπε να τακτοποιηθούν αλλιώς τα θέματα…..
Και ήταν πολλά τα προξενιά που ρχονταν σε μαγαζί και σπίτι, τουλάχιστον για τη μεγαλύτερη τη Λούκα, αλλά όλα τα έδιωχνε η κόρη χωρίς να τα σκεφτεί, χωρίς να τον ρωτήσει … πήγαιναν και δυό τα χρόνια πια από το θάνατο της μάνας της και το δικαιολογούσε ….
Αλλά τα πράγματα όλο και βαραίνανε και μαθές έπρεπε να μπουν στην θέση του το καθένα! Έτσι απλά.
******
Οι πελάτες έφταναν σιγά σιγά για το μεσημεριανό φαγητό ξακρίζοντας από τη δημοσιά. Δυό – δυό παρέα ή και μόνος του ο καθένας -σπουργίτια το φθινόπωρο που τα σκόρπισε η βροχή και με το φευγιό της μπόρας μαζεύονται ξανά όλα μαζί στα κεραμίδια να δώσουν τ΄ατέρμονο κουτσομπολιό, έτσι λοιπόν σα κλείναν τα μαγαζιά της Λιβαδειάς, ντάλαμεσήμερο  στη καλοκαιρινή τη λάβρα, μαζευότανε και η πελατεία στο μαγειρειό του κυρ Δημητράκη.
Οι περισσότεροι σπρωγμένοι από την πείνα για ένα πιάτο φαΐ και λίγη δροσιά κάτω από την παχιά σκιά στα πλατάνια που το χε φωλιασμένο το μαγαζί ο συνταξιούχος χωροφύλακας, όμως όλοι για να κάνουν χάζι τις δυό κόρες -τη Λούκα και τη Τασώ, να τα πειράξουν τα πεντάμορφα, αλλά με τρόπο αθώο και απλό, χωρίς πονηριά και υστεροβουλία και κυρίως για να τις ακούσουν στο τραγούδισμα, που σαν τον πιάναν και οι δύο τον σκοπό ή άλλοτε μονάχη της η κάθε μία, άλλαζε διάθεση η ψυχή και ευφραινόταν, ξεχνιόνταν τα προβλήματα του καθενός και ημέρευε η έγνοια τ ανθρώπου …..
Εκεί την είδε και ο γαμπρός τη Λούκα και δεν ήταν στα σίγουρα η πρώτη του φορά. Μα σα να λάθεψε ο νους τη δόση τούτη και του φάνηκε σαν άλλη αυτή, σα γυναίκα πλέον ώριμη, για τα καλά μεγαλωμένη -και άδικο δεν το χε! στα δεκάξι έμπαινε το θηλυκό, σε τίποτε δε θύμιζε το «κλωσόπουλο» της διπλανής αυλής από εκείνη της δικής τους. Τα χε ξέπλεκα τα μακριά της μαλλιά η λυγερόκορμη με τους σγουρούς θυσάνους καλά τιθασευμένους στο χτένισμα το κοριτσίστικο και ήταν το βάδισμα το ελαφίσιο κείνο που δινε στη παρουσία της τόνο αέρινο, εξωπραγματικό: σα να μετάνιωσαν οι νεράιδες τη νυχτερινή τους ζήση και το πήραν απόφαση να σεργιανάνε στα θνητά τα μεσημέρια, βάζοντας σε πειρασμό τον κόσμο, δοκιμάζοντας την ίδια την θρησκεία με αυτό το θράσος …. Και είχε κάτι αλλότινο πανώθε του το θηλυκό ετούτο, αγέρωχο και άρραγο,  ….
Αυτό ταν πιότερο που τον σαγήνευε, που πιότερο τον προκαλούσε …..
Και όσο την πέρναγε ο καιρός την ώρα εκεί καθήμενος θωρώντας την όλο και του καλάρεσε …… όλο και το σκεφτόταν…… και σαν γύρισε αλλού την όψη συναντηθήκανε τα μάτια του με εκείνα του Δημητράκη. Έντονες και των δύο οι ματιές, βαθιές και μύχιες, σε μυστική συνενοχή δοσμένες το ένα αρσενικό κατάλαβε το άλλο.
Και έτσι από τη μία η νεανική ορμή, από την άλλη η ώριμη βολή και η απόφαση είχε ήδη παρθεί.
-------------------
Όλα γίναν μέσα σε βιάση και θολούρα, σα να άργασαν γρήγορα οι μοίρες την κλωστή με χρώματα μουντά, σα με χαιρεκακία δώσαν κλότσο στις στροφές της ανέμης και της ρόκας στο γνέσιμο της ζωής της Λούκας και πήραν φόρα όλα! Την ιδια να τη ρώταγες λεπτομέρειες δε θυμόταν: πότε μιληθήκανε τα πράγματα, πότε βρέθηκε το νυφικό (δανεικό από μεγάλη και ονομαστή οικογένεια της Λιβαδειάς), κουμπάρος και παπάς, πότε ετοιμαστήκαν τα λίγα τα προικιά και στρώθηκαν κρεββάτια…. Όλα μέσα σε ζάλη, σε μεθύσι λες διονυσιακό, σε παράνοιας στροφή ήλθε και το γεγονός ετούτο, που  κουκούλωμα θα το λέγες καλύτερα παρά γάμο: μια τελετή απλή εκεί στις βροχερές μέρες του Σεπτέμβρη κι έπρεπε η νεραϊδόμορφη στα ξαφνικά της να γίνει γυναίκα και να χει τις ευθύνες πλέον πιότερες. Εκτός από άντρα και νέο σπιτικό -μη φανταστείς δυό μικρά δωμάτια παρακεί στο πατρικό, ξανά το μαγαζί και τον πατέρα ακόμα στο κεφάλι.
Αυτό το κεφάλι που μενε μονίμως στα σκυμμένα, χωρίς να τολμά να βλέπει ήλιο, από φόβο λες που σα γεννήθηκε γυναίκα θα ταν προσβολή αυτόν τον χρυσογέννητο ν αντικρύσει… το χώμα μόνο να φιλούν τα καστανά της μάτια …..
Και να δέχεται όχι αδιαμαρτύρητα αλλά και μεγνωμοσύνη το κάθε μέρα, ήσυχα και σιωπηρά!
Μια υποταγή ορμώμενη από την συνήθεια, επιβεβλημένη από την κατώτερη θέση του θηλυκού στον καιρό της Λούκα: άντρας, αφέντης και αγάς….
Και έτσι παίρναγε ο καιρός, με μέρες, μήνες, χρόνια, μάλωμα, φωνές, βία και υποταγή …..
Και αν τη ρώταγες τί την ενοχλούσε περισσότερο (;), θα στο λέγε αλλάζοντας την στάση, υψώνοντας το σώμα, σηκώνοντας τα μάτια, να σε δούν για να μιλήσουν στην ψυχή σου μέσα: Δεν ήταν ο πατέρας που παίρνε μέχρι και πρότινος τις αποφάσεις για όλα -και για την ανάσα της ακόμα! ούτε τα σωματικά βασανιστήρια ταντρός της, οι φωνές και τα μαλώματα, μπα! Μηδέ και δαύτα! ούτε η αδιαφορία του πατέρα της για όσα παίρναγε ετούτη… όχι, καθόλου δεν την πείραζε! Για το ξέρε καλά η ίδια πως αυτή η θηλυκή λεόντεια αρχαία της η φύση, έχει τη δύναμη να τα υπομένει όλα, όλα εκτός απ ένα. Ένα την ενοχλούσε τη Λούκα: που δεν έφερε η κοιλιά της να δώσει σωστά καρπό, να ευλογηθεί ετούτη με παιδί, να γίνει μάνα. Να ρθει να  κορέσει μέσα της αυτή η δίψα για γεννήματα. Και από όλα τα βλέμματα αυτό περισσότερο του αντρός της το απαξιωτικό ήταν που την πλήγωνε βαθύτερα απ όλα…. Και τα ψου-ψου της γειτονιάς για την ακαρπία της, καθόλου δεν την αγγίζαν …. Σαν αεράκι πέρναγε από πάνω της το κουτσομπολιό της γειτόνισσας μια της Μαριγώς, μια της Φραξιώς, της μιάς ή και της άλλης …….. όλων! Αλλά αυτή η σιωπή του πατέρα της την πείραζε.. αυτή που δίνε εντύπωση ντροπής….. για την ίδια του την κόρη…. Σαν να παραδεχόταν και ο ίδιος μια ενοχή έναντι του γαμπρού, λες και το βεβαίωνε ότι έδωσε το σκάρτο πράμα …….
Και ήταν πόνος διπλός, στης Λούκας την καρδιά: Έμενε η όμορφη έγκυος, ναι, αλλά δεν το βάσταγε το παιδί, το ρίχνε η κοιλιά της στο δεύτερο μήνα πάνω… δεν το κράταγε, σα να το φτύνε η μήτρα της το έμβρυο έξω …… δεν το στέριωνε ο οργανισμός της.
Και έπαψε η φωνή να τραγουδά, και το λαφίσιο το περπάτημα άρχισε να χάνει  ελαφράδα και ζωή …..
Και έφτασαν τα χρόνια του γάμου δέκα και οι αποβολές τις έντεκα. Και ο γιατρός της το απαγόρεψε: άλλη προσπάθεια τελειωμένη, να σταματήσει πρέπει…..
Μόνη παρηγοριά της, πια ο Θεός. Αυτός απέμενε στη Λούκα. Και στην παρέα με τις γειτόνισσες τις μικρομάνες καθόταν και συντρόφευε, χωρίς ζήλεια αλλά με αγάπη στα ξένα γεννήματα. Και όλα τα παιδιά του κόσμου, δικά της παιδιά φαντάζανε στα λυπημένα μάτια…..
Και ήταν Ιούνης μεστωμένος μα δροσερός, ευχάριστος σα τη φέρανε εκείνο το απόγευμα τα βήματα της, μόνα τους (;), στο παρεκκλήσι του Αγίου Νεκταρίου,  εκεί στην είσοδο της πόλης από τη δυτική της ράχη. Και μπήκε μέσα στον ασβεστωμένο ναό ανάβοντας κερί, κάνοντας σταυρό, λυγίζοντας το γόνυ. Προσκύνησε στην εικόνα και κοίταξε τον Άγιο στα μάτια. Χαμογέλασε το κόνεισμα …. της φάνηκε (!) μα τι να πεί; Χαμογελούν οι εικόνες; Μα αυτή εκεί σταθερή στην προσευχή της. Και στήριξε και ακούμπησε ελπίδα στα θεία πάνω… και το νοιώσε! Ξεκάθαρο στα σωθικά της μέσα το πέταγμα μιας πεταλούδας. Σαν αύρα καλοκαιρινή που ήλθε και κούνησε τα σωτερά της όλα, μα πιότερο την καρδιά της ζωογόνας μήτρας. Η καινούρια ζωή που κουβάλαγε και τα χε τα θάρρητα να της μιλήσει τώρα, εδώ μπροστά στην εικόνα του Αγίου Νεκταρίου. Ανάβλεψε ξαφνιασμένη, θώρησε μια την εικόνα και μια στο παραθύρι έξω το γαλανό του Βοιωτικού ουρανού. Αγόρι θα ταν το ξέρε: το γένος του Αγίου, με μάτια γαλανά στου ουρανού το χρώμα: τα μάτια της δικής της μάνας. Αγόρι γαλανό με όνομα ήδη δοσμένο! 
Και έκλαψε η Λούκα, από χαρά τώρα και περηφάνεια. Θα γινόταν και τούτη Μάνα……






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ [παντρολογήματα μέρος 2ο]

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

ΠΟΛΥΜΝΙΑ