Όλα τότε .....

Όλα τότε! αλλά κάποιες μέρες σαν και αυτές!

Ξυπνάγαμε πρωί - πρωί…… αχάραγο.
Έπρεπε να προλάβουμε την ώρα. Όσο πιο πολύ είχες από αυτή στην διάθεσή σου, τόσα περισσότερα λαιόδενδρα θα μάζευες! Ήμασταν χέρια λίγα βλέπεις. Η μάνα και εμείς τα δύο μικρά –άντε καμιά φορά να ερχότανε και κάποια θεία –τον πατέρα μην το λογαριάζετε  (λουφατζής μεγάλος! Εκείνος μόνο κλάδευε! Βέβαια! Τέχνη δύσκολη και μοναδική ετούτη! αντρικές δουλειές αυτές….. όλα και όλα!)
Μας έντυνε καλά η μανά! Μην της κρυώσουν τα μικρά στην πρωινή δροσιά! Άσε που εμείς το χαμε να αναλάβουμε το δύσκολο έργο της Χαμάδας! Και όποιος δεν ξέρει ποιά είναι αυτή, σας λέω πως είναι το μάζεμα της ελιάς από το έδαφος –τα σπόρια εκείνα που το τίναγμα της τσουγκράνας και η δύναμη του χεριού πέταγε πιο μακριά από τα λιόπανα ή τα σπόρια εκείνα που χαν προσκυνήσει το έδαφος πριν την συλλογή.
Οι μεγάλοι με τσουγκράνες σκαρφάλωναν στα μεγάλα δέντρα και χτενίζανε τα κλαριά από τον ευλογημένο καρπό και εμείς οι μικροί με τα γρήγορα δαχτυλάκια και την ευλύγιστη μέση συγκεντρώναμε τη χαμάδα. Τίποτε να μην πάει χαμένο! Και μην νομίζετε και τα απόκλαδα του αγά-πατέρα, μαζεύοντουσαν με τάξη σε δεμάτια σφιχτοδεμένα, φορτώνονταν στο αγροτικό και μεταφέρονταν στο σπίτι να χουμε προσάναμμα και ξύλα για τις κυριακάτικες φωτιές με τα ψησίματα!
Οι μεγάλοι που και που κάποιο διάλλειμα θα το χάνε, μα θες για ένα τσιγάρο με μια τζούρα καφέ, μα για να ισιώσουνε την πονεμένη μέση! Ε, να κουτσομπολέψεις και λίγο για τη γειτόνισσα και τα καμώματα της (ανεπρόκοπη αυτή, που άπλωνε τα ρούχα στο μπαλκόνι με τις κιλότες φάτσα κάρτα, να τις βλέπουνε οι αρσενικοί να σκανδαλίζονται! Ντροπής πράγματα! Και να ταν και σοβαρές και έντιμες κιλότες (?!) πάει καλιά του το θέμα! Μα αυτές με τα χρώματα τα ροζ, με τα φιογκάκια και το λιγοστό τους το πανί!!! –σκάνδαλο ντροπή!). Τότε ξεκλέβαμε χρόνο και μείς τα μικρά και ξακραίναμε από τα λιόπανα. Να παίξουμε λιγάκι! Να αλεγράρουμε! Μέχρι το σφύριγμα του πατέρα ξανά, να μαζευτούμε στον κάματο της ελιάς!
Και έτσι πέρναγε το πρωινό και μας έβρισκε το μεσημέρι στρωμένους για φαϊ. Το πιο νόστιμο του κόσμου. (Πρόχειρο φαί ναι, μα τόσο μα τόσο νόστιμο! Πατάτες σαλάτα με ντομάτα, ρίγανη και ελιές, «με μπόλικο λάδι και λίγο ξύδι, να ξεδιψάει η ψίχα του ψωμιού στη βούτα» -όπως θά ΄λεγε και η μάνα!). Και από το αποφάι, ξανά στο μάζεμα. Και έτσι κουμούλευε ο καρπός και άκουγες να λογαριάζουν οι μεγάλοι τα σακιά. «Πόσα να ναι? Μετρα τα εσύ, που χεις καθαρό μυαλό, να χαρείς!»,  «Πόσα κιλά να ναι ούλα - ούλα ο καρπός?», και «πόσα θα φέρουμε φέτος? 5 – 1? 4 – 1?» «Θα ναι καλή χρονιά? «Η ελιά φαίνεται να ναι λαδερή! Δε μπορεί καλά θα πάει…..». Περίεργα όλα αυτά τα ρήματα στο παιδικό το αυτί….. αλλά λογίζονταν σαν φράσεις μαγικές στον κόσμο του αγρού με τα ασημοπράσινα φύλλα και τους νέγρικους καρπούς!
Μέ ΄παιρνε στο γυρισμό ο ύπνος στην αγκαλιά της μάνας! Εκεί στ αγροτικό μας μέσα! Και μύριζα επάνω στα σκουτιά της, την πρωινή δροσιά, τον ήλιο του μεσημεριού και την αλμύρα του ιδρώτα στον κάματο της μέρας: και έτσι συνήθισα και λέω πως μυρίζουν τα λιοστάσια! …. όλα τότε! αλλά  μέρες σαν και αυτές στο μάζεμα της ελιάς!

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

Μοίρες!

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ [Η νησιώτισσα]