Ο Μεσημερίτης!

«Ο Μεσημερίτης»
Τα μεσημέρια του καλοκαιριού σε κείνα τα χρόνια στα μικράτα μας, είχαν περισσότερο φώς θυμάμαι, ωστόσο την ίδια αφόρητη ζέστη. Βαριά και ανυπόφορη αυτή -σχεδόν χαοτική, σε έριχνε σε λήθαργο. Τα μεσημέρια εκείνα, η πόλη νέκρωνε ολοκληρωτικά και έπεφτε σε ύπνο παράταιρο απ τη ραστώνη. Πώς να αντέξεις τη ζέστη και πώς να την πολεμήσεις?!
Τα σπίτια έκλειναν πόρτες και πατζούρια από νωρίς το πρωί για να κρατήσουν τη δροσιά στα σωθικά τους, να ευχαριστήσουν τους νοικοκυραίους που τα φρόντιζαν. Σχέση ανταποδοτική. Και αν τα καλοκαιρινά βράδια οι Λειβαδίτες τα ξόδευαν στρωματσάδα στις ταράτσες,  στα μπαλκόνια και στα χαγιάτια, τα μεσημέρια ξεκαλοκαίριαζαν στα δροσερά υπόγεια!
«Αυτά τα αποπνικτικά μεσημέρια του καλοκαιριού είναι που πρέπει να φοβάστε….» έλεγε ο πατέρας και το καταλάβαινες πως υπήρχε φόβος μέσα σ αυτόν τον θηριώδη άντρα για το μεσουράνημα του Αυγουστιάτικου ήλιου …. Τα μάτια του -σα το λεγε, ξανοίγανε ολόκληρα και φαίνονταν το βασανισμένο πράσινο μεγάλο. Σε κοίταγε καλά και έντονα και μετά τα χαμήλωνε να φιλήσουνε το πάτωμα, θες από ντροπή …., θες από απόγνωση, δεν το χα καταλάβει! Τον φόβο όμως τον έπιανα και ας ήμουνα παιδί.
-«Γιατί πατέρα?» ρωτάγαμε τα μικρά
-«Άστε το γιατί! Έξω δε βγαίνετε…» πρόσταζε ετούτος και μας ανάγκαζε σε ύπνο μεσημεριανό. Και άντε να κοιμηθούμε εμείς, που έξω είχε φως λαμπρό και μικρά παιδιά καθώς ήμασταν σκεφτόμασταν ποδήλατα και παιχνίδια με τους φίλους στο δρόμο και στις αλάνες….
Καιρό μετά η μάνα μας το μολόγησε το μυστικό, και έπειτα από πίεση δική μας.
Νέος καθώς ήταν τούτος, παιδί αμούστακο ακόμα, καταμεσήμερο του Αυγούστου τον βρήκε στη ρεματιά, γυρνώντας από περίπατο στο βουνό! εκεί στο σπίτι του Λυκοχωριού μας από κάτω.  Και πέρναγε ο πατέρας από τη συκιά παραδίπλα –που την προλάβαμε και εμείς τα μικρά και πλέον δεν υπάρχει, ένα δεντρί που ποτέ του δεν καρποφόρησε αλλά ήταν τεράστιο, μεγάλο, σωστό πλατάνι! Και τότε λέει, σιγή απλώθηκε παντού! έπεσε μαζί με την αφόρητη τη ζέστη σα κουβέρτα και τα σκέπασε όλα … και τίποτε δεν ακουγόταν, ούτε τα πουλιά ούτε τα ζούδια, καλά καλά και η ίδια του η ανάσα -και ας ήταν λαχανιασμένος από το περπάτημα. Μόνο ένα γέλιο! Δυνατό και χλευαστικό, που γέμισε το χώρο όλο γύρω και ανατρίχιασε τον πατέρα. Και γύρισε αυτός το βλέμμα στη συκιά καταπάνω και εκεί τον είδε! Τον Σατανά τον ίδιο! Τεράστιος πάνω στην συκιά, γυμνός και μαύρος με κέρατα σαν της κατσίκας γυριστά, να κάνει κούνια στα κλαδιά του δέντρου και να γελά, κοιτώντας τον στα ματιά: σαν απειλή θες, σα προειδοποίηση….. μπορεί και χλευασμός!
Σκιάχτηκε ο πατέρας, τρόμαξε ολόκληρος και το βάλε στα πόδια. Γύρισε στη μάνα του, στο πατρικό και κλειδαμπάρωσε! Και έκανε εκείνη τα χίλια μύρια για να τον ηρεμήσει. Γιατί τον πίστεψε η γιαγιά και το πόνεσε το παιδί της το τρομαγμένο. Το χε άλλωστε και η δική της πείρα, ότι υπάρχουν τα πράγματα αυτά και κυκλοφορούν ανάμεσά μας!
Και αν για τη γιαγιά οι νεράιδες χόρευαν και τραγουδούσαν στις ρεματιές και στα λαγκάδια μετά τα μεσάνυχτα (ναι! Τις είχε δει!), για τον πατέρα ο Σατανάς ο «Μεσημερίτης» σεργιάναγε στον ήλιο.
Μετά από αυτή τη διήγηση της μάνας, δεν πλησίασα ποτέ τη ρεματιά και αν για κάποιο λόγο ήμουν αναγκασμένος να περάσω από την άκαρπη συκιά, τόκανα τρέχοντας και κοιτώντας ίσια μπροστά…, με παρωπίδες….. μη τύχει και δω από λάθος τον «Μεσημερίτη»!

Μεγαλύτερος πια την είχα ρωτήσει τη μάνα θυμάμαι, γιατί δεν βλέπουμε και εμείς νεράιδες και διαόλια και αυτή μου χε πει: «Εκείνα τα χρόνια παιδί μου, οι άνθρωποι ήταν ψυχές αγνές και αθώες και τάβλεπαν τα πράγματα ετούτα. Τώρα Διαόλια γίναμε εμείς!!» και το χε το δίκιο της ……..

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΣΚΟΡΠΙΣΜΕΝΑ .....

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ [Η νησιώτισσα]

Μοίρες!