Αναρτήσεις

Ο Νικόλας, η Λουΐζα και τα βιβλία! [από τον κύκλο της θείας Σμαραγδής]

Εικόνα
«Η θεία Σμαραγδή, ξέρει τα γράμματα!»
Αυτό μου έλεγε η μάνα μου κάθε φορά, που πονοκεφάλιαζε με τα διαβάσματά μου. Και είχε απόγνωση και παραίτηση ετούτη της η φράση, μα και αποδοχή και καρτερία για βοήθεια.
Η μάνα δεν ήξερε γράμματα! Τουλάχιστον όχι τόσο καλά και όχι τόσα πολλά, όσο η γειτόνισσα φίλη μας.
Με αυτό το: Η θεία Σμαραγδή ξέρει τα γράμματα!, η μάνα μου εννοούσε: Μη στέκεσαι άλλο, εγώ παραιτούμαι! Άκρια δε βγάνω! Ήσυχη να με αφήκεις! Μάζωξε τα βιβλία σου και τα μολύβια, και πάγαινε στη Σμαραγδή!
Δεύτερη κουβέντα δεν υπήρχε. «Αυθωρί και παραχρήμας», όπως θά ΄λεγε και η φαντασμένη Ουρανία, εγώ είχα ετοιμαστεί και χτύπαγα ήδη την πόρτα της θείας Σμαραγδής, για να με διαβάσει. Γιατί έτσι έλεγε η θεία κάθε φορά: «Έλα σπόρι μου να σε διαβάσω! Άσε τη μάνα, τούτην έχει άλλα στο μυαλό της, και δεν δύναται! Εγώ θα σε διαβάσω!». Και αν και μου φαίνονταν περίεργο πως είναι δυνατόν κάποιος να σε διαβάσει, καθώς οι άνθρωποι, δεν είμαστε σελίδες από βιβλίο σχολικό, μηδέ ταμπέλα μαγαζιού ή εφη…

Πρώτα σταχτώνεις και μετά μελλώνεις!! [από τον κύκλο της θείας Σμαραγδής]

Εικόνα
Αυτές οι μέρες των Χριστουγέννων, πάντα ήταν και είναι θαρρώ, για όλους μέρες χαράς και γλύκας, μέρες θρησκευτικής κατάνυξης και ανάτασης!
Για τη γιαγιά την Άννα όμως την Κασσάραινα –το γένος Καραμπάτσου για την καλή τάξη πραγμάτων και ονομάτων, ήταν ημέρες πανικού και τρόμου.
Η γιαγιά μου η Άννα, ήταν η «γιαγιά του Κινδύνου» και η «γιαγιά του Eνωρίς»!

Παντού κρυβόταν κάποιος κίνδυνος και πάντα έπρεπε να λάβεις τα μέτρα σου ενωρίς!


Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή!

Αν πιστεύετε ότι στο δικά μας χρόνια η παγκόσμια τρομοκρατία είναι στο απόγειό της, πέφτετε σε σφάλμα μέγα. Ο τρόμος είχε βρεί την πλήρωσή του –κατ΄ εμέ, στα τέλη της δεκαετίας του ΄70, αρχές του ΄80, που επτάχρονο παιδί τότε ζούσα γύρω από τις φούστες της γιαγιάς της Άννας.
Κανένας φόβος δεν σκίαζε πιότερο τα μάτια τούτης της γραίας, από εκείνον του μεταφυσικού, που έβρισκε τη μορφή του σε μικρά δαιμονικά κορμιά.
Ο τρόμος είχε δικό του όνομα τον καιρό εκείνο, για την καλή μου γιαγιά την Άννα: «Τα Καλλικατζούρια!»
Όταν για …

Χριστουγιεννιάτικη ιστορία! [από τον κύκλο της θείας Σμαραγδής]

Εικόνα
Τα σχολεία είχαν ήδη κλείσει από μέρες για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Εγώ ωστόσο είχα διακόψει τα μαθήματα –και όχι με χαρά η αλήθεια είναι, μιας και κρεβατωμένος ήμουν από πριν με πυρετό. Εκείνο το απόγιομα όμως, πριν την παραμονή των Χριστουγέννων, με είχε βρει σχεδόν υγιή πια –με εξαίρεση κάποια αθώα βηχαλάκια αλλά και μια μύτη που έτρεχε αθέλητα της, και που με επιμέλεια προσπαθούσα να κρύψω, σκουπίζοντας τα υγρά της με βιάση στο μανίκι της πυτζάμας. Και αυτό γιατί έπρεπε να πείσω τον κόσμο των μεγάλων, ότι ήμουν τελείως καλά και δυνατός· συνεπώς λόγος δεν συνέτρεχε κανείς για να μην πάω να πω και εγώ τα κάλαντα μαζί με τον αδελφό και τους φίλους. Σε τούτο μου το ύπουλο σχέδιο, άσπονδο σύμμαχο ήθελα τη θεία Σμαραγδή, που είχε έλθει στο σπίτι να μας κρατήσει εμάς τα μικρά, μιας και οι γονείς μας έλειπαν σε κηδεία κάποιας γειτόνισσας, η ταυτότητα της οποίας εμένα καθόλου δε με ένοιαζε να συγκρατήσω, μιας και άλλα στο νου μου είχα: σιδερένια τρίγωνα, κάλαντα τραγουδισμένα, μπονα…

Τ' αρισμαρί και η ευκή της μάνας! [από τον κύκλο της θείας Σμαραγδής]

Εικόνα
Η Ιθία και ο Βώλις τριγύριζαν στο μυαλό μου όλο αυτό το απόγιομα. Μα περισσότερο με απασχολούσε αυτή η ιστορία με το αρισμαρί, που μου χε υποσχεθεί η θεία Σμαραγδή για άλλη φορά στο μέλλον και ήμουν υπέρμετρα φιλόδοξος το δίχως άλλο, που πίστευα πως θα ’χα τούτη την καλοτυχιά, να μου πει δηλαδή η θειά μου δυο ιστορίες μέσα σε μόλις μία μέρα.
Ο αγέρας απ’ όξω δεν έλεγε να δώσει κοπασμό στις φλυαρίες του, και στο μυαλό μου μέσα δεν σταμάταγε διόλου η απορία για το φυτό ετούτο και τί σόι ιστορία έκρυβε από πίσω του.
Φύσαγε τούτος δυνατά και έβγαζε τα βουητά του καθώς κύλαγε με το αγέρινο του σώμα, από την καπνοδόχο της σκεπής, στα κεραμίδια και από εκεί στα κλαριά των δέντρων της αυλής και έπειτα, όξω μέσα από την ξώθυρα περνώντας στα σοκάκια και τα δρόμια του πάνω μαχαλά της Βαγγελίστρας. Πέρναγε από παντού, από τους χώρους τους ανοιχτούς αλλά και από σχισμάδες μέσα. Παντού χώραγε τούτος. Σε τούτη δω τη φόρα του, μανιασμένος καθώς ήταν, βούιζε σα το καλοκαιρινό μελίσσι άλλοτε, και φορές π…